Η εικόνα των Αρχαίων Ελλήνων να προσκυνούν τυφλά μαρμάρινα αγάλματα και πέτρες αποτελεί έναν από τους πιο ανθεκτικούς, αλλά και πιο λανθασμένους μύθους της Ιστορίας...
Αν απομονώσουμε το θέμα από τη θεολογική πολεμική των περασμένων αιώνων και το εξετάσουμε μέσα από το πρίσμα της ιστορικής πραγματικότητας, η απάντηση στο ερώτημα αν υπήρξαν «ειδωλολάτρες» είναι κατηγορηματικά: Όχι.
Για τους Αρχαίους Έλληνες, ο όρος αυτός ήταν παντελώς άγνωστος. Η λατρεία των θεών τους δεν ήταν τίποτα άλλο από την «πατρώα ευσέβεια» – η φυσική, θρησκευτική και πολιτισμική τους ταυτότητα. Ποιοι, πότε και γιατί δημιούργησαν, λοιπόν, αυτή την ταμπέλα;
Η Γέννηση ενός Υποτιμητικού Όρου
Ο όρος ειδωλολάτρης και η ειδωλολατρία δεν υπήρχαν στην κλασική αρχαιότητα. Πρόκειται για μια μεταγενέστερη κατασκευή που γεννήθηκε μέσα στον ελληνοφωνούντα ιουδαϊκό και, κυρίως, τον πρώιμο χριστιανικό κόσμο κατά τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες (1ο έως 4ο αιώνα μ.Χ.), με βαθιές ρίζες στην ιουδαϊκή παράδοση.
Η παρεξήγηση της λέξης «είδωλο»: Στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα, η λέξη είδωλο σήμαινε απλώς την εικόνα, το ομοίωμα ή τη σκιά (από το ρήμα είδον). Ωστόσο, οι Εβραίοι λόγιοι που μετέφρασαν την Παλαιά Διαθήκη στα Ελληνικά (η Μετάφραση των Εβδομήκοντα, 3ος–2ος αιώνας π.Χ.) χρησιμοποίησαν τη λέξη με έντονα υποτιμητική σημασία, θέλοντας να περιγράψουν τα θρησκευτικά σύμβολα των γειτονικών εθνών.
Η εμφάνιση της σύνθετης λέξης: Η λέξη ειδωλο-λάτρης εμφανίζεται για πρώτη φορά γραπτώς στην Καινή Διαθήκη, συγκεκριμένα στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου γύρω στα μέσα του 1ου αιώνα μ.Χ.
Το Πολιτικό και Θεολογικό Σκεπτικό πίσω από την «Ταμπέλα»
Η καθιέρωση του όρου εξυπηρετούσε πολύ συγκεκριμένους θεολογικούς, ψυχολογικούς και, τελικά, πολιτικούς σκοπούς για την ανερχόμενη Χριστιανική Εκκλησία.
Για έναν Χριστιανό, η λατρεία άλλων θεοτήτων αποτελούσε τη μέγιστη αμαρτία. Για να αποδυναμωθεί η παλαιά θρησκεία, έπρεπε να παρουσιαστεί όχι ως μια εναλλακτική πνευματική πορεία, αλλά ως πνευματική τύφλωση. Έτσι, οι Χριστιανοί υποστήριξαν ότι οι «Εθνικοί» (οι μη Χριστιανοί) δεν λάτρευαν πραγματικές οντότητες, αλλά το ίδιο το υλικό αντικείμενο: την πέτρα, το ξύλο και το μάρμαρο.
Από τη Θεολογία στο Νόμο: Τον 4ο αιώνα μ.Χ., όταν ο Χριστιανισμός νομιμοποιήθηκε από τον Μέγα Κωνσταντίνο και αργότερα έγινε η επίσημη θρησκεία του κράτους από τον Θεοδόσιο Α', ο όρος πέρασε στο επίσημο ρωμαϊκό δίκαιο. Στον Θεοδοσιανό Κώδικα, η «ειδωλολατρία» πλέον ποινικοποιείται, προσφέροντας το νομικό πάτημα για το κλείσιμο των αρχαίων ναών, την απαγόρευση των θυσιών και την κατάργηση των Ολυμπιακών Αγώνων.
Σημείωση: Παράλληλα, στη Δύση καθιερώθηκε ο λατινικός όρος paganus (παγανιστής). Η λέξη αρχικά σήμαινε «άνθρωπος της υπαίθρου, χωρικός», καθώς η αρχαία θρησκεία άντεχε ακόμα στα απομονωμένα χωριά, την ίδια ώρα που οι πόλεις είχαν πλέον εκχριστιανιστεί.
Τι σήμαινε το Άγαλμα για έναν Αρχαίο Έλληνα;
Το να ισχυριστεί κανείς ότι οι άνθρωποι που γέννησαν τη λογική, την επιστήμη και τη φιλοσοφία πίστευαν ότι ένα κομμάτι μάρμαρο ήταν ο ίδιος ο θεός, αποτελεί βαθιά παρανόηση της αρχαιοελληνικής σκέψης.
Για τον Αρχαίο Έλληνα, το άγαλμα (παράγωγο του ρήματος αγάλλομαι, που σημαίνει ευχαριστιέμαι, στολίζω) ήταν ένα έργο τέχνης φτιαγμένο για να τιμήσει το θείο και να προσφέρει χαρά σε όποιον το βλέπει.
Οπτικός μεσολαβητής: Όταν ο Φειδίας φιλοτέχνησε το περίφημο χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία στην Ολυμπία, κανείς δεν πίστευε ότι ο αρχηγός των θεών κατοικούσε μέσα στα υλικά στοιχεία. Το άγαλμα λειτουργούσε ως «σημείο αναφοράς», ως ένας δίαυλος επικοινωνίας του ανθρώπου με το άυλο.
Η φιλοσοφική προσέγγιση: Οι κορυφαίοι φιλόσοφοι, όπως ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης, μίλησαν για το «Αγαθόν» και το «Πρώτον Κινούν Ακίνητον» – έννοιες εντελώς αφηρημένες και πέρα από κάθε υλική μορφή.
Αργότερα, οι Νεοπλατωνικοί φιλόσοφοι, όπως ο Πορφύριος, χρησιμοποιούσαν μια εξαιρετική παρομοίωση: τα αγάλματα είναι όπως τα βιβλία. Περιέχουν γραπτά σημάδια που βοηθούν τον αναγνώστη να ανακαλέσει στη μνήμη του τις θείες αλήθειες. Το να θεωρείς ότι οι Έλληνες λάτρευαν τις πέτρες είναι το ίδιο ανόητο με το να πιστεύεις ότι κάποιος που διαβάζει ένα βιβλίο, λατρεύει τον πάπυρο και το μελάνι.
Η ελληνική σκέψη βασίστηκε στην αναζήτηση της πρώτης αιτίας και στην πεποίθηση ότι ο κόσμος είναι ένα «Κόσμημα» (στολίδι που διέπεται από τάξη και ομορφιά).
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η θρησκευτικότητα των Αρχαίων Ελλήνων ήταν μια σύνθετη πνευματική και πολιτισμική εκδήλωση.
Τα περίφημα γλυπτά τους δεν ήταν αντικείμενα τυφλής, πρωτόγονης λατρείας, αλλά η ύψιστη προσπάθεια της ανθρώπινης διάνοιας να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στον φθαρτό άνθρωπο και το αθάνατο, άυλο θείο.
Μείνετε μπροστά στις εξελίξεις — κάντε Like στο Facebook
Από το newsroom
Γράφει o Θέογνις Αιγίσιος
-Posted by Anexartitos.Ta.Neα
Αν θέλετε να μαθαίνετε παράλληλα όσα σημαντικά διαδραματίζονται στα ελληνικά και ξένα media κάντε like στην σελίδα στο Facebook πατώντας εδώ.click here
Δημοσίευση σχολίου
.Τα σχόλια υπάρχουν για να συνεισφέρουν οι αναγνώστες στο διάλογο.
. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του.
. Αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές.
. Συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και greeklish αφαιρούνται όπου εντοπίζονται.
. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές και μόνον αυτούς.
. Η ταυτότητα των σχολιαστών είναι γνωστή μόνο στην Google.
. Όποιος θίγεται μπορεί να επικοινωνεί στο email μας.
. Περισσότερα στους όρους χρήσης.. Ευχαριστούμε για την κατανόησή σας.










Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου