Η νέα παγκόσμια κρίση κατοικίας: Όταν το σπίτι γίνεται είδος πολυτελείας για εκατομμύρια ανθρώπους...
Τουρισμός, Airbnb, ξένα κεφάλαια, Golden Visa και η χαμένη αγοραστική δύναμη των μισθών δημιουργούν μια νέα πραγματικότητα όπου η κατοικία γίνεται ολοένα πιο δύσκολη για τις νεότερες γενιές.
Για τις προηγούμενες γενιές το σπίτι ήταν δύσκολος αλλά εφικτός στόχος. Για πολλούς νέους σήμερα αποτελεί έναν στόχο που απομακρύνεται συνεχώς.
Η αύξηση των τιμών, η πίεση από τον τουρισμό, η αλλαγή της αγοράς εργασίας και η πτώση της αγοραστικής δύναμης δημιουργούν μια νέα πραγματικότητα: μια ολόκληρη γενιά κινδυνεύει να μεγαλώσει χωρίς την ασφάλεια της ιδιόκτητης κατοικίας.
Από τη γενιά που έχτιζε σπίτι στη γενιά που παλεύει να πληρώσει το ενοίκιο
Για πολλές δεκαετίες η απόκτηση ενός σπιτιού αποτελούσε έναν από τους σημαντικότερους στόχους της ελληνικής οικογένειας. Δεν ήταν εύκολο, απαιτούσε θυσίες, δουλειά, αποταμίευση και πολλές φορές τη βοήθεια της οικογένειας, όμως παρέμενε ένας στόχος που για τη μεγάλη πλειονότητα των πολιτών φαινόταν εφικτός.
Η κατοικία δεν ήταν απλώς ένα οικονομικό περιουσιακό στοιχείο. Ήταν σύμβολο ασφάλειας, ανεξαρτησίας και κοινωνικής προόδου. Ένας εργαζόμενος πίστευε ότι μέσα από μια σταθερή επαγγελματική πορεία μπορούσε σταδιακά να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για να αποκτήσει τη δική του στέγη.
Η Ελλάδα των προηγούμενων δεκαετιών είχε ένα διαφορετικό οικονομικό μοντέλο. Η οικοδομή αποτελούσε έναν από τους βασικούς πυλώνες της οικονομίας. Χιλιάδες οικογένειες συμμετείχαν άμεσα ή έμμεσα στον κατασκευαστικό κλάδο, από τους μηχανικούς και τους εργολάβους μέχρι τους τεχνίτες και τους προμηθευτές υλικών.
Η αγορά ενός οικοπέδου, η ανέγερση μιας κατοικίας ή η αγορά ενός διαμερίσματος αποτελούσαν δύσκολες αποφάσεις, αλλά όχι απαγορευμένες για έναν εργαζόμενο που είχε σταθερό εισόδημα.
Σήμερα η εικόνα έχει αλλάξει.
Η νέα γενιά βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πρωτόγνωρη αντίφαση: ζει σε μια εποχή με περισσότερη τεχνολογία, μεγαλύτερη παραγωγικότητα και περισσότερες οικονομικές δυνατότητες, αλλά δυσκολεύεται περισσότερο από τις προηγούμενες γενιές να αποκτήσει το βασικότερο περιουσιακό στοιχείο, ένα σπίτι.
Η κατοικία μετατρέπεται σταδιακά από βασικό στοιχείο κοινωνικής σταθερότητας σε επενδυτικό προϊόν.
Το ερώτημα που απασχολεί πλέον ολόκληρη την Ευρώπη είναι ξεκάθαρο:
Πώς φτάσαμε σε μια εποχή όπου εκατομμύρια εργαζόμενοι μπορούν να πληρώνουν ενοίκιο για δεκαετίες, αλλά δεν μπορούν να αγοράσουν το δικό τους σπίτι;
Η μεγάλη αλλαγή: Δεν ακριβαίνουν μόνο τα σπίτια, αλλά μειώνεται η δύναμη του εισοδήματος
Η συζήτηση για την κρίση κατοικίας συχνά περιορίζεται στις αυξήσεις των τιμών των ακινήτων. Όμως το πραγματικό πρόβλημα είναι βαθύτερο.
Δεν είναι μόνο ότι τα σπίτια έγιναν ακριβότερα.
Είναι ότι η σχέση ανάμεσα στο εισόδημα και στο κόστος ζωής έχει αλλάξει δραματικά.
Ένας εργαζόμενος σήμερα μπορεί να έχει έναν μισθό που ονομαστικά είναι υψηλότερος από εκείνον προηγούμενων δεκαετιών, όμως η αγοραστική του δύναμη έχει πιεστεί από τη μεγάλη αύξηση του κόστους σε βασικούς τομείς.
Η καθημερινότητα ενός νέου εργαζομένου στην Ελλάδα αποτυπώνει αυτή τη δυσκολία.
Ένα ενοίκιο για μια μικρή κατοικία μπορεί να φτάσει ή να ξεπεράσει τα 400 ευρώ τον μήνα. Οι λογαριασμοί ενέργειας, οι μετακινήσεις, τα καύσιμα, τα τρόφιμα, οι φόροι και οι ασφαλιστικές υποχρεώσεις δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου μεγάλο μέρος του εισοδήματος εξαφανίζεται πριν υπάρξει δυνατότητα αποταμίευσης.
Για έναν άνθρωπο που ζει μόνος του, η δημιουργία κεφαλαίου για αγορά κατοικίας γίνεται εξαιρετικά δύσκολη.
Για ένα νέο ζευγάρι, η κατάσταση είναι ακόμη πιο σύνθετη.
Η δημιουργία οικογένειας απαιτεί πλέον πολύ μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια από ό,τι στο παρελθόν, ενώ η απόκτηση κατοικίας μετατρέπεται σε έναν στόχο που συχνά μετατίθεται για πολλά χρόνια αργότερα.
Η διαφορά με προηγούμενες γενιές δεν είναι μόνο το ύψος του μισθού. Είναι η δυνατότητα να περισσέψει κάτι μετά την κάλυψη των βασικών αναγκών.
Και χωρίς διαθέσιμο εισόδημα, η ιδιοκτησία κατοικίας γίνεται προνόμιο όσων διαθέτουν ήδη οικογενειακή περιουσία ή πρόσβαση σε σημαντική οικονομική βοήθεια.
Η γενιά των δεκαετιών του ’80 και του ’90 και η σημερινή πραγματικότητα
Η σύγκριση με το παρελθόν χρειάζεται προσοχή, καθώς κάθε εποχή είχε τις δικές της δυσκολίες. Ωστόσο, η μεγάλη διαφορά βρίσκεται στη σχέση ανάμεσα στο εισόδημα και στο κόστος κατοικίας.
Στις δεκαετίες του ’80 και του ’90, μια οικογένεια μπορούσε να κάνει έναν μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Ένας ή δύο σταθεροί μισθοί επέτρεπαν την αποταμίευση, την αγορά γης ή τη σταδιακή κατασκευή μιας κατοικίας.
Η οικοδομή ήταν μέρος της ελληνικής κοινωνικής κουλτούρας.
Πολλοί άνθρωποι δεν αγόραζαν έτοιμο σπίτι. Έχτιζαν σταδιακά. Ένας όροφος σήμερα, ένας δεύτερος αργότερα. Ένα οικόπεδο που είχε αγοραστεί νωρίτερα γινόταν η βάση για τη δημιουργία οικογενειακής περιουσίας.
Αυτό το μοντέλο σήμερα έχει περιοριστεί σημαντικά.
Η γη έχει ακριβύνει, το κόστος κατασκευής έχει αυξηθεί, η φορολογία έχει αλλάξει και κυρίως οι μισθοί δεν ακολουθούν την ίδια πορεία.
Ένας νέος άνθρωπος που ξεκινά σήμερα την επαγγελματική του ζωή βρίσκεται αντιμέτωπος με μια διαφορετική πραγματικότητα.
Πρέπει πρώτα να αντιμετωπίσει:
την αβεβαιότητα στην εργασία,
το υψηλό κόστος ενοικίου,
την ακρίβεια,
την έλλειψη αποταμίευσης,
και μετά να σκεφτεί την αγορά κατοικίας.
Το αποτέλεσμα είναι μια ολόκληρη γενιά που καθυστερεί σημαντικές αποφάσεις ζωής.
Η ανεξαρτητοποίηση από την οικογένεια καθυστερεί.
Η δημιουργία οικογένειας καθυστερεί.
Η απόκτηση παιδιών καθυστερεί.
Και η στεγαστική κρίση συνδέεται πλέον άμεσα με το δημογραφικό πρόβλημα.
Η νέα παγκόσμια κρίση κατοικίας: Όταν το σπίτι γίνεται είδος πολυτελείας για εκατομμύρια ανθρώπους
Μέρος 2
Τουρισμός και Airbnb: Όταν η επιτυχία μιας χώρας δημιουργεί στεγαστικές πιέσεις
Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχει καταγράψει μια εντυπωσιακή τουριστική άνοδο. Οι διεθνείς αφίξεις αυξάνονται, τα έσοδα ενισχύονται και ο τουρισμός παραμένει ένας από τους σημαντικότερους πυλώνες της οικονομίας.
Η επιτυχία αυτή είναι πραγματική και αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα για τη χώρα.
Όμως κάθε μεγάλη οικονομική αλλαγή δημιουργεί και νέες ισορροπίες.
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που εμφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια είναι η σχέση ανάμεσα στην τουριστική ανάπτυξη και στην κατοικία.
Η ίδια κατοικία που παλαιότερα προοριζόταν κυρίως για μόνιμη διαμονή μετατράπηκε σε πολλές περιοχές σε επενδυτικό εργαλείο.
Ένα διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας, ένα σπίτι σε ένα νησί ή ένα ακίνητο σε μια δημοφιλή τουριστική περιοχή απέκτησε μια νέα οικονομική αξία: όχι μόνο ως κατοικία, αλλά ως πηγή εισοδήματος μέσω της βραχυχρόνιας μίσθωσης.
Η ανάπτυξη πλατφορμών όπως το Airbnb άλλαξε σημαντικά την αγορά.
Για πολλούς ιδιοκτήτες αποτέλεσε μια μεγάλη ευκαιρία.
Παλιά, εγκαταλελειμμένα ή υποβαθμισμένα ακίνητα ανακαινίστηκαν. Δημιουργήθηκαν νέα εισοδήματα. Μικροϊδιοκτήτες απέκτησαν μια πρόσθετη οικονομική πηγή.
Όμως παράλληλα δημιουργήθηκαν και νέες πιέσεις.
Σε περιοχές με μεγάλη τουριστική ζήτηση, ένα μέρος του διαθέσιμου αποθέματος κατοικιών απομακρύνθηκε από τη μακροχρόνια μίσθωση.
Το αποτέλεσμα ήταν η μείωση των διαθέσιμων κατοικιών για μόνιμους κατοίκους και η αύξηση των τιμών.
Η Αθήνα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Περιοχές που για χρόνια αντιμετώπιζαν προβλήματα εγκατάλειψης έγιναν ξαφνικά ελκυστικές για επενδύσεις. Η αναβάθμιση αυτή είχε θετικές πλευρές, αλλά ταυτόχρονα αύξησε το κόστος κατοικίας για ανθρώπους που ζούσαν ήδη εκεί.
Το φαινόμενο δεν αφορά μόνο την Ελλάδα.
Σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις, από τη Βαρκελώνη και τη Λισαβόνα μέχρι το Άμστερνταμ και το Παρίσι, η συζήτηση είναι παρόμοια.
Πώς μπορεί μια πόλη να υποδέχεται εκατομμύρια επισκέπτες χωρίς να μετατρέπεται σε χώρο όπου οι ίδιοι οι κάτοικοί της αδυνατούν να ζήσουν;
Όταν οι τουριστικές περιοχές χάνουν τους κατοίκους τους
Η στεγαστική πίεση είναι ακόμη πιο έντονη στις δημοφιλείς τουριστικές περιοχές.
Τα ελληνικά νησιά αποτελούν ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Περιοχές που για δεκαετίες βασίστηκαν στον τουρισμό βρίσκονται σήμερα αντιμέτωπες με ένα παράδοξο:
Ο τουρισμός δημιουργεί θέσεις εργασίας, αλλά οι εργαζόμενοι δυσκολεύονται να βρουν κατοικία κοντά στον τόπο εργασίας τους.
Ένας εργαζόμενος σε ξενοδοχείο, ένας μάγειρας, ένας υπάλληλος εστίασης, ένας εκπαιδευτικός ή ένας γιατρός που υπηρετεί σε μια τουριστική περιοχή μπορεί να αντιμετωπίζει ενοίκια που δεν ανταποκρίνονται στους μισθούς του.
Αυτό δημιουργεί ένα νέο κοινωνικό πρόβλημα.
Οι περιοχές με τον μεγαλύτερο τουριστικό πλούτο αρχίζουν να αντιμετωπίζουν έλλειψη μόνιμου πληθυσμού.
Κατά τη διάρκεια της τουριστικής περιόδου υπάρχει μεγάλη οικονομική δραστηριότητα, όμως τον χειμώνα πολλές περιοχές εμφανίζουν εικόνα εγκατάλειψης.
Η κατοικία αποτελεί πλέον κρίσιμο παράγοντα για τη βιωσιμότητα των τοπικών κοινωνιών.
Δεν αρκεί μια περιοχή να έχει ξενοδοχεία και επισκέπτες.
Χρειάζεται να μπορεί να φιλοξενεί και τους ανθρώπους που εργάζονται, δημιουργούν οικογένειες και κρατούν ζωντανή την κοινωνική της ζωή.
Η μετατροπή των πόλεων σε επενδυτικά πεδία
Ένας ακόμη παράγοντας που αλλάζει την αγορά κατοικίας είναι η αυξανόμενη παρουσία επενδυτών.
Για πολλά χρόνια το ακίνητο θεωρούνταν κυρίως οικογενειακή περιουσία.
Σήμερα αποτελεί ένα παγκόσμιο επενδυτικό προϊόν.
Μεγάλα κεφάλαια, εταιρείες διαχείρισης ακινήτων και επενδυτικά σχήματα αναζητούν αποδόσεις σε αγορές κατοικίας σε όλο τον κόσμο.
Η λογική είναι απλή:
Όπου υπάρχει αυξημένη ζήτηση και περιορισμένη προσφορά, η αξία των ακινήτων αυξάνεται.
Για έναν επενδυτή, ένα ακίνητο είναι ένας αριθμός σε ένα χαρτοφυλάκιο.
Για μια οικογένεια όμως είναι ο χώρος όπου θα ζήσει.
Αυτή η διαφορετική οπτική δημιουργεί μια σημαντική κοινωνική συζήτηση.
Δεν σημαίνει ότι κάθε επένδυση στην κατοικία είναι αρνητική.
Οι επενδύσεις μπορούν να αναβαθμίσουν περιοχές, να δημιουργήσουν οικονομική δραστηριότητα και να φέρουν κεφάλαια.
Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν η αγορά κατοικίας απομακρύνεται από τις πραγματικές δυνατότητες των κατοίκων.
Όταν ένας εργαζόμενος με έναν μέσο μισθό ανταγωνίζεται διεθνείς επενδυτές για το ίδιο ακίνητο, η ισορροπία αλλάζει.
Golden Visa: Η προσέλκυση κεφαλαίων και οι παράπλευρες συνέπειες
Ένα από τα πιο συζητημένα θέματα στην Ελλάδα είναι το πρόγραμμα Golden Visa.
Η λογική του προγράμματος ήταν η προσέλκυση ξένων επενδύσεων μέσω της αγοράς ακινήτων.
Από οικονομικής πλευράς, η εισροή ξένων κεφαλαίων είχε θετικές επιπτώσεις.
Ακίνητα ανακαινίστηκαν, χρήματα εισήλθαν στην οικονομία και ενισχύθηκε η αγορά ακινήτων.
Ωστόσο, η μεγάλη αύξηση της ζήτησης σε συγκεκριμένες περιοχές δημιούργησε προβληματισμούς.
Όταν ένα μεγάλο μέρος της ζήτησης προέρχεται από αγοραστές με διαφορετική οικονομική δυνατότητα από τον μέσο Έλληνα εργαζόμενο, οι τιμές μπορούν να απομακρυνθούν από τα τοπικά εισοδήματα.
Η συζήτηση δεν είναι αν η Ελλάδα χρειάζεται επενδύσεις.
Φυσικά και τις χρειάζεται.
Το πραγματικό ερώτημα είναι:
Πώς μπορεί μια χώρα να προσελκύει κεφάλαια χωρίς να δημιουργεί μια αγορά κατοικίας απρόσιτη για τους ίδιους τους πολίτες της;
Αυτό το δίλημμα αντιμετωπίζουν πολλές χώρες.
Η ευρωπαϊκή στεγαστική κρίση
Η κρίση κατοικίας δεν είναι ελληνικό φαινόμενο.
Αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα κοινωνικά ζητήματα στην Ευρώπη.
Στην Πορτογαλία, η άνοδος των τιμών σε πόλεις όπως η Λισαβόνα συνδέθηκε με την τουριστική ανάπτυξη, τις ξένες επενδύσεις και την αυξημένη ζήτηση.
Στην Ισπανία, μεγάλες πόλεις όπως η Βαρκελώνη αντιμετώπισαν παρόμοιες πιέσεις.
Στη Γερμανία, η έλλειψη κατοικιών στα μεγάλα αστικά κέντρα έχει δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα ακόμη και σε εργαζόμενους με σταθερά εισοδήματα.
Στην Ολλανδία, η αγορά κατοικίας έχει γίνει ιδιαίτερα δύσκολη για νέους ανθρώπους και οικογένειες.
Η κοινή συνισταμένη είναι μία:
Οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν ταχύτερα από τα εισοδήματα.
Και όταν αυτό συμβαίνει για πολλά χρόνια, δημιουργείται μια νέα κοινωνική πραγματικότητα.
Η ιδιοκτησία περνά σταδιακά από τη μεγάλη μεσαία τάξη σε όσους διαθέτουν ήδη κεφάλαιο.
Η νέα παγκόσμια κρίση κατοικίας: Όταν το σπίτι γίνεται είδος πολυτελείας για εκατομμύρια ανθρώπους
Μέρος 3
Το δημογραφικό πρόβλημα: Όταν η κατοικία επηρεάζει τη δημιουργία οικογένειας
Η στεγαστική κρίση δεν είναι μόνο οικονομικό ζήτημα.
Είναι πλέον και δημογραφικό ζήτημα.
Η δυνατότητα ενός νέου ανθρώπου να αποκτήσει ή να νοικιάσει μια αξιοπρεπή κατοικία συνδέεται άμεσα με τις αποφάσεις ζωής που θα πάρει.
Ο γάμος, η δημιουργία οικογένειας και η απόκτηση παιδιών συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με την οικονομική ασφάλεια.
Όταν ένας νέος εργαζόμενος γνωρίζει ότι:
- ο μισθός του δεν επαρκεί για ένα ανεξάρτητο σπίτι,
- το ενοίκιο απορροφά μεγάλο μέρος του εισοδήματός του,
- η αγορά κατοικίας μοιάζει σχεδόν αδύνατη,
- η εργασιακή του κατάσταση είναι αβέβαιη,
τότε η δημιουργία οικογένειας μετατίθεται για αργότερα.
Αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες.
Η Ελλάδα βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με έντονη δημογραφική πίεση.
Ο πληθυσμός γερνάει, οι γεννήσεις μειώνονται και πολλοί νέοι καθυστερούν σημαντικές αποφάσεις ζωής.
Η κατοικία δεν είναι ο μοναδικός λόγος για το δημογραφικό πρόβλημα.
Υπάρχουν πολλοί παράγοντες:
- η εργασιακή ανασφάλεια,
- η αλλαγή κοινωνικών προτύπων,
- η οικονομική αβεβαιότητα,
- η μετανάστευση νέων ανθρώπων στο εξωτερικό.
Όμως η στέγη αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες.
Δεν είναι τυχαίο ότι στις χώρες όπου το κόστος κατοικίας αυξάνεται πολύ περισσότερο από τους μισθούς, οι νέες γενιές δυσκολεύονται περισσότερο να δημιουργήσουν οικογένεια.
Για πολλές δεκαετίες στην Ελλάδα η ιδιοκτησία κατοικίας λειτουργούσε ως στοιχείο κοινωνικής ασφάλειας.
Οι γονείς βοηθούσαν τα παιδιά, οι οικογένειες επένδυαν σε ακίνητα και το ιδιόκτητο σπίτι αποτελούσε έναν στόχο ζωής.
Σήμερα όμως αυτό το μοντέλο πιέζεται.
Η νέα γενιά συχνά ξεκινά την ενήλικη ζωή της χωρίς οικονομικό απόθεμα και χωρίς τη δυνατότητα να αποκτήσει το περιουσιακό στοιχείο που είχαν οι προηγούμενες γενιές.
Από την Ελλάδα της οικοδομής στην Ελλάδα της έλλειψης κατοικίας
Υπάρχει μια μεγάλη ιστορική αντίφαση.
Η Ελλάδα ήταν για δεκαετίες μια χώρα με έντονη οικοδομική δραστηριότητα.
Η οικοδομή αποτέλεσε έναν από τους βασικούς κινητήρες της οικονομίας.
Χιλιάδες οικογένειες απέκτησαν περιουσία μέσω της κατασκευής κατοικιών.
Η λεγόμενη «αντιπαροχή» άλλαξε την εικόνα των ελληνικών πόλεων και δημιούργησε ένα μεγάλο απόθεμα κατοικιών.
Όμως η οικονομική κρίση μετά το 2010 προκάλεσε μεγάλη πτώση στην οικοδομή.
Οι νέες κατασκευές μειώθηκαν σημαντικά.
Παράλληλα, η ζήτηση επέστρεψε τα τελευταία χρόνια πολύ πιο γρήγορα από την προσφορά.
Το αποτέλεσμα ήταν μια αγορά με:
- αυξανόμενη ζήτηση,
- περιορισμένη νέα κατασκευή,
- παλιό κτιριακό απόθεμα,
- αυξανόμενο κόστος ανακαίνισης.
Έτσι δημιουργήθηκε ένα σημαντικό κενό.
Η Ελλάδα έχει πολλά ακίνητα, αλλά όχι πάντα διαθέσιμα, σύγχρονα και οικονομικά προσιτά σπίτια.
Ένα μεγάλο μέρος των κατοικιών είναι παλαιό, ενεργειακά αναποτελεσματικό ή βρίσκεται σε περιοχές όπου η ζήτηση έχει αυξηθεί δραματικά.
Γιατί η Ελλάδα χρειάζεται διαφορετικό μοντέλο στεγαστικής πολιτικής
Για πολλά χρόνια η Ελλάδα βασίστηκε σε ένα μοντέλο:
«Κάθε οικογένεια να αποκτήσει το δικό της σπίτι».
Το μοντέλο αυτό λειτούργησε για προηγούμενες γενιές.
Όμως οι οικονομικές συνθήκες έχουν αλλάξει.
Οι μισθοί, η αγορά εργασίας και οι τιμές ακινήτων δεν ακολουθούν πλέον την ίδια σχέση.
Σήμερα απαιτείται μια διαφορετική προσέγγιση.
Η κατοικία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μόνο ως ιδιωτική επένδυση.
Είναι και κοινωνική υποδομή.
Όπως μια χώρα χρειάζεται σχολεία, νοσοκομεία και μεταφορές, χρειάζεται και ένα σύστημα κατοικίας που να επιτρέπει στους ανθρώπους να ζουν αξιοπρεπώς.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το κράτος πρέπει να αντικαταστήσει την αγορά.
Σημαίνει όμως ότι χρειάζεται στρατηγική.
Μια σύγχρονη στεγαστική πολιτική θα μπορούσε να περιλαμβάνει:
- περισσότερες προσιτές κατοικίες,
- κίνητρα για μακροχρόνιες μισθώσεις,
- αξιοποίηση κενών ακινήτων,
- προστασία ευάλωτων ομάδων,
- καλύτερη ισορροπία ανάμεσα στον τουρισμό και την κατοικία.
Κοινωνική κατοικία: Τι κάνουν άλλες ευρωπαϊκές χώρες
Η Ελλάδα έχει μια σημαντική διαφορά σε σχέση με πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
Η κοινωνική κατοικία είναι περιορισμένη.
Σε αρκετές χώρες της Ευρώπης υπάρχει παράδοση δημόσιων ή μη κερδοσκοπικών κατοικιών που προσφέρονται με χαμηλότερο κόστος σε εργαζόμενους και οικογένειες.
Η Αυστρία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Η Βιέννη θεωρείται διεθνώς ένα από τα πιο επιτυχημένα μοντέλα, καθώς μεγάλο μέρος των κατοίκων ζει σε κατοικίες κοινωνικού ή δημοτικού χαρακτήρα.
Ο στόχος δεν είναι όλοι να έχουν δωρεάν σπίτι.
Ο στόχος είναι να υπάρχει μια εναλλακτική ώστε η αγορά να μην αφήνει εκτός ολόκληρες κοινωνικές ομάδες.
Στη Γερμανία, επίσης, υπάρχουν προγράμματα στήριξης της κοινωνικής κατοικίας και της προσιτής ενοικίασης.
Σε πολλές χώρες η κατοικία αντιμετωπίζεται ως μέρος της οικονομικής πολιτικής.
Γιατί όταν ένας εργαζόμενος δεν μπορεί να βρει σπίτι κοντά στην εργασία του, επηρεάζεται ολόκληρη η οικονομία.
Ποιες λύσεις μπορούν να εφαρμοστούν στην Ελλάδα
Δεν υπάρχει μία μοναδική λύση.
Η κρίση κατοικίας είναι σύνθετη και χρειάζεται συνδυασμό μέτρων.
1. Αύξηση της προσφοράς κατοικιών
Η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερες νέες κατοικίες εκεί όπου υπάρχει πραγματική ζήτηση.
Αυτό απαιτεί:
- απλούστευση διαδικασιών,
- ταχύτερες άδειες,
- αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας,
- κίνητρα για νέες κατασκευές.
2. Αξιοποίηση κενών κατοικιών
Υπάρχουν χιλιάδες ακίνητα που παραμένουν κλειστά.
Μέτρα που θα ενθάρρυναν την επιστροφή τους στη μακροχρόνια μίσθωση θα μπορούσαν να αυξήσουν την προσφορά.
3. Νέα ισορροπία με τον τουρισμό
Ο τουρισμός πρέπει να συνεχίσει να αναπτύσσεται.
Όμως χρειάζεται καλύτερη ισορροπία.
Δεν μπορεί κάθε διαθέσιμο ακίνητο σε μια τουριστική περιοχή να κατευθύνεται αποκλειστικά στη βραχυχρόνια μίσθωση.
Χρειάζονται πολιτικές που προστατεύουν και τους μόνιμους κατοίκους.
4. Στήριξη νέων οικογενειών
Τα προγράμματα πρώτης κατοικίας μπορούν να βοηθήσουν, αλλά χρειάζονται μεγαλύτερη κλίμακα.
Η πρόσβαση σε κατοικία για νέους ανθρώπους αποτελεί επένδυση στο μέλλον της χώρας.
5. Αναβάθμιση παλιών κατοικιών
Η Ελλάδα διαθέτει μεγάλο αριθμό παλαιών κτιρίων.
Η ενεργειακή αναβάθμιση και η ανακαίνιση μπορούν να δημιουργήσουν νέο απόθεμα κατοικιών.
Το μεγάλο ερώτημα: Ανάπτυξη για ποιους;
Η κρίση κατοικίας φέρνει στην επιφάνεια ένα μεγαλύτερο ερώτημα.
Μπορεί μια οικονομία να αναπτύσσεται όταν μεγάλο μέρος των πολιτών της δεν μπορεί να αποκτήσει βασικά αγαθά;
Ο τουρισμός, οι επενδύσεις και η ανάπτυξη είναι απαραίτητα για την Ελλάδα.
Όμως η ανάπτυξη πρέπει να μεταφράζεται και σε καλύτερη ποιότητα ζωής.
Μια χώρα δεν μετριέται μόνο από το ύψος των επενδύσεων ή από τον αριθμό των επισκεπτών.
Μετριέται και από το αν οι νέοι άνθρωποι μπορούν:
- να ζήσουν αξιοπρεπώς,
- να δημιουργήσουν οικογένεια,
- να αποκτήσουν ένα σπίτι,
- να αισθανθούν ότι υπάρχει μέλλον.
Η χαμένη ισορροπία ανάμεσα στην ανάπτυξη και την καθημερινότητα
Μια χώρα μπορεί να καταγράφει ρεκόρ τουρισμού, επενδύσεων και ανάπτυξης, αλλά αν οι εργαζόμενοι που στηρίζουν αυτή την οικονομία δεν μπορούν να βρουν κατοικία, τότε εμφανίζεται ένα βαθύτερο πρόβλημα ισορροπίας.
Η κατοικία δεν είναι πλέον ένα απλό οικονομικό αγαθό.
Έχει μετατραπεί σε ένα από τα μεγαλύτερα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα της εποχής.
Η Ελλάδα έχει πετύχει σημαντικά στον τουρισμό και στην προσέλκυση επενδύσεων.
Όμως η επόμενη πρόκληση είναι να διασφαλίσει ότι αυτή η ανάπτυξη δεν θα δημιουργεί μια κοινωνία όπου οι περισσότεροι εργάζονται, αλλά λίγοι μπορούν να αποκτήσουν περιουσία ή ένα ασφαλές σπίτι.
Το μεγάλο στοίχημα των επόμενων ετών δεν είναι μόνο περισσότερη ανάπτυξη.
Είναι ανάπτυξη που να αφήνει χώρο και στις νέες γενιές.
Γιατί χωρίς κατοικία, χωρίς οικογένεια και χωρίς δημογραφική ανανέωση, καμία οικονομική επιτυχία δεν μπορεί να θεωρηθεί πραγματικά βιώσιμη.
Μείνετε μπροστά στις εξελίξεις — κάντε Like στο Facebook
Από το newsroom
Γράφει o Νικόλαος Μανιάτης
-Posted by Anexartitos.Ta.Neα
Αν θέλετε να μαθαίνετε παράλληλα όσα σημαντικά διαδραματίζονται στα ελληνικά και ξένα media κάντε like στην σελίδα στο Facebook πατώντας εδώ.click here
Δημοσίευση σχολίου
.Τα σχόλια υπάρχουν για να συνεισφέρουν οι αναγνώστες στο διάλογο.
. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του.
. Αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές.
. Συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και greeklish αφαιρούνται όπου εντοπίζονται.
. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές και μόνον αυτούς.
. Η ταυτότητα των σχολιαστών είναι γνωστή μόνο στην Google.
. Όποιος θίγεται μπορεί να επικοινωνεί στο email μας.
. Περισσότερα στους όρους χρήσης.. Ευχαριστούμε για την κατανόησή σας.














Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου