Πάνω από 30.000 οικοδομικές άδειες το 2025, αλλά οι τιμές των διαμερισμάτων συνέχισαν να αυξάνονται...
– Γιατί η επιστροφή της οικοδομής δεν αρκεί για να λυθεί η στεγαστική κρίση
Η ελληνική αγορά κατοικίας βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα από τα μεγαλύτερα οικονομικά και κοινωνικά παράδοξα της τελευταίας δεκαετίας.
Από τη μία πλευρά, η οικοδομή έχει επιστρέψει δυναμικά μετά τη σχεδόν δεκαετή καθίζηση της περιόδου της κρίσης. Οι οικοδομικές άδειες έχουν επανέλθει σε επίπεδα άνω των 30.000 ετησίως, ενώ η κατασκευαστική δραστηριότητα παραμένει πολύ υψηλότερη από τα ιστορικά χαμηλά των μνημονιακών χρόνων.
Από την άλλη, όμως, η αύξηση της προσφοράς δεν έχει μεταφραστεί σε αποκλιμάκωση των τιμών.
Το αντίθετο.
Οι τιμές των διαμερισμάτων συνέχισαν να αυξάνονται και το 2026, έστω με βραδύτερο ρυθμό από τα προηγούμενα χρόνια, ενώ η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στην κορυφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς το βάρος της στέγασης στο διαθέσιμο εισόδημα.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι πλέον απλώς «χτίζουμε αρκετά;».
Το πραγματικό ερώτημα είναι:
Χτίζουμε τα σωστά σπίτια, στα σωστά σημεία και σε τιμές που μπορούν να πληρώσουν τα ελληνικά νοικοκυριά;
Και τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι εδώ βρίσκεται το μεγάλο πρόβλημα.
Η οικοδομή έχει επιστρέψει – αλλά όχι στα επίπεδα της «χρυσής» εποχής
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι η οικοδομική δραστηριότητα έχει ανακάμψει θεαματικά σε σχέση με την περίοδο της κρίσης.
Το 2025 εκδόθηκαν συνολικά 30.199 οικοδομικές άδειες σε ολόκληρη τη χώρα, έναντι 31.003 το 2024, καταγράφοντας οριακή υποχώρηση 2,6% στον αριθμό των αδειών.
Η εικόνα, επομένως, δεν είναι αυτή μιας αγοράς που καταρρέει.
Είναι περισσότερο μια αγορά που, μετά από αρκετά χρόνια ισχυρής ανάκαμψης, φαίνεται να περνά σε φάση μεγαλύτερης επιλεκτικότητας και επιβράδυνσης.
Το 2025 οι άδειες αντιστοιχούσαν σε περίπου 6,57 εκατ. τετραγωνικά μέτρα επιφάνειας και περισσότερα από 31 εκατ. κυβικά μέτρα όγκου.
Και το 2026 η οικοδομική δραστηριότητα συνεχίζει να βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα.
Η ΕΛΣΤΑΤ έχει ήδη δημοσιεύσει στοιχεία μέχρι και τον Απρίλιο του 2026, με τη χρονοσειρά να καλύπτει πλέον την περίοδο από το 2007 έως και τον Απρίλιο του 2026.
Αυτό σημαίνει ότι η εικόνα απέχει πολύ από την Ελλάδα των μνημονίων, όταν η οικοδομή είχε σχεδόν σταματήσει.
Αλλά απέχει επίσης πολύ από την προ κρίσης εποχή.
Το 2007 ήταν μια άλλη Ελλάδα
Η σύγκριση με το 2007 είναι αποκαλυπτική, αρκεί να γίνεται με τους σωστούς αριθμούς.
Τότε η οικοδομική δραστηριότητα βρισκόταν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, με τις οικοδομικές άδειες να ξεπερνούν κατά πολύ τα σημερινά επίπεδα.
Δεν πρόκειται όμως απλώς για μια αριθμητική σύγκριση.
Η Ελλάδα του 2007 είχε διαφορετική δημογραφική δυναμική, διαφορετικές συνθήκες χρηματοδότησης, διαφορετική σχέση των νοικοκυριών με τον τραπεζικό δανεισμό και, κυρίως, μια εντελώς διαφορετική επενδυτική συμπεριφορά.
Σήμερα η αγορά κατοικίας λειτουργεί μέσα σε ένα πολύ πιο σύνθετο περιβάλλον.
Η ζήτηση δεν προέρχεται μόνο από ελληνικά νοικοκυριά που αναζητούν πρώτη κατοικία.
Υπάρχει ζήτηση από επενδυτές, ξένους αγοραστές, τουριστική αξιοποίηση, βραχυχρόνιες μισθώσεις και ιδιοκτήτες που επιδιώκουν να διατηρήσουν ή να αναβαθμίσουν την αξία των ακινήτων τους.
Και αυτό αλλάζει εντελώς την εξίσωση.
Οι τιμές συνεχίζουν να ανεβαίνουν
Το πιο σημαντικό στοιχείο, πάντως, βρίσκεται αλλού.
Παρά την αύξηση της οικοδομικής δραστηριότητας, οι τιμές των κατοικιών δεν έχουν υποχωρήσει.
Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, το πρώτο τρίμηνο του 2026 οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν κατά 5,7% σε ετήσια βάση σε ολόκληρη τη χώρα.
Οι τιμές των νέων διαμερισμάτων αυξήθηκαν κατά 6%, ενώ των παλαιών κατά 5,5%.
Η αύξηση ήταν:
- 5,2% στην Αθήνα
- 6,4% στη Θεσσαλονίκη
- 5,4% στις λοιπές πόλεις
- 6,9% στις λοιπές περιοχές της χώρας.
Πρόκειται για επιβράδυνση σε σχέση με τους προηγούμενους ρυθμούς, όχι όμως για αντιστροφή της αγοράς.
Το 2025, σύμφωνα με τα αναθεωρημένα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν κατά μέσο όρο 8,1%.
Και υπάρχει ένα ακόμη στοιχείο που δείχνει το μέγεθος της αλλαγής.
Σύμφωνα με την τελευταία Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος, ο δείκτης τιμών των διαμερισμάτων το 2025 ξεπέρασε το προηγούμενο ιστορικό υψηλό του 2008.
Με άλλα λόγια:
η Ελλάδα χτίζει ξανά, αλλά το απόθεμα κατοικιών δεν αυξάνεται με τρόπο που να ανατρέπει την ισορροπία τιμών.
Γιατί δεν πέφτουν οι τιμές όταν χτίζουμε περισσότερα;
Εδώ βρίσκεται η ουσία της στεγαστικής κρίσης.
Η απάντηση δεν είναι ότι «δεν χτίζονται σπίτια».
Η απάντηση είναι ότι η διαθέσιμη προσφορά παραμένει περιορισμένη σε σχέση με τη ζήτηση που εκδηλώνεται σε συγκεκριμένες περιοχές και κατηγορίες ακινήτων.
Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος αναφέρει ότι η συνέχιση της ανόδου των τιμών συνδέεται κυρίως με συνθήκες υπερβάλλουσας ζήτησης σε σχέση με την διαθέσιμη προσφορά.
Και εδώ υπάρχει μια κρίσιμη διάκριση.
Άλλο είναι να αυξάνεται ο συνολικός αριθμός των κατοικιών που κατασκευάζονται και άλλο να αυξάνεται η προσφορά προσιτών κατοικιών.
Ένα καινούργιο διαμέρισμα σε μια ακριβή περιοχή της Αθήνας δεν λύνει το πρόβλημα ενός νέου ζευγαριού που αναζητά σπίτι με μηνιαίο κόστος που να μπορεί να υποστηρίξει ο μισθός του.
Ούτε ένα πολυτελές ακίνητο σε τουριστική περιοχή αυξάνει ουσιαστικά την προσφορά κατοικίας για έναν μόνιμο κάτοικο.
Το στεγαστικό πρόβλημα, επομένως, δεν μετριέται μόνο σε τετραγωνικά μέτρα.
Μετριέται σε διαθέσιμα τετραγωνικά μέτρα στη σωστή περιοχή και στη σωστή τιμή.
Το μεγάλο «κρυφό» απόθεμα κατοικιών
Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της ελληνικής αγοράς είναι ότι ένα μέρος του υπάρχοντος οικιστικού αποθέματος δεν βρίσκεται ουσιαστικά στην ενεργή αγορά.
Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι η περιορισμένη διαθεσιμότητα κατοικιών συνδέεται όχι μόνο με τη βραδεία ανανέωση του αποθέματος, αλλά και με την αποτελεσματική απόσυρση μέρους των υφιστάμενων κατοικιών από την αγορά.
Στους παράγοντες περιλαμβάνονται:
- ακίνητα που παραμένουν δεσμευμένα σε διαδικασίες ρύθμισης ή εκτέλεσης χρεών,
- κατακερματισμένη ιδιοκτησία,
- υψηλό κόστος ανακαίνισης,
- ακίνητα που χρησιμοποιούνται εμπορικά,
- και η σημαντική παρουσία της βραχυχρόνιας μίσθωσης.
Μόνο στο Μητρώο Βραχυχρόνιας Διαμονής είχαν καταγραφεί 207.572 καταλύματα με οριστική εγγραφή για το 2024, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος.
Δεν σημαίνει ότι όλα αυτά τα ακίνητα θα μπορούσαν ή θα έπρεπε να επιστρέψουν στην αγορά μακροχρόνιας κατοικίας.
Δείχνει όμως ότι η συζήτηση για τη στεγαστική κρίση δεν μπορεί να περιορίζεται στην κατασκευή νέων πολυκατοικιών.
Η Ελλάδα έχει και πρόβλημα «παλιού» αποθέματος
Η χώρα διαθέτει ένα μεγάλο κτιριακό απόθεμα, αλλά σημαντικό μέρος του είναι παλιό και χρειάζεται ανακαίνιση.
Το πρόβλημα είναι ότι η ανακαίνιση ενός παλιού διαμερίσματος μπορεί πλέον να κοστίζει τόσο πολύ ώστε ο ιδιοκτήτης να μην έχει οικονομικό κίνητρο να το επαναφέρει στην αγορά.
Αυτό δημιουργεί ένα φαύλο κύκλο:
παλιό ακίνητο → υψηλό κόστος ανακαίνισης → περιορισμένη προσφορά → υψηλότερες τιμές → ακόμη μεγαλύτερη δυσκολία για το νοικοκυριό.
Η Τράπεζα της Ελλάδος αναφέρεται ακριβώς σε αυτό το ζήτημα, σημειώνοντας ότι το υψηλό κόστος ανακαίνισης λειτουργεί αποτρεπτικά για την επαναφορά ακινήτων στην αγορά.
Το στεγαστικό στην Ελλάδα είναι πολύ περισσότερο από την τιμή αγοράς
Η στεγαστική κρίση δεν αφορά μόνο εκείνον που θέλει να αγοράσει σπίτι.
Αφορά και εκείνον που νοικιάζει.
Αφορά τον νέο που μένει με τους γονείς του επειδή δεν μπορεί να δημιουργήσει ανεξάρτητο νοικοκυριό.
Αφορά την οικογένεια που μετακινείται μακριά από τον τόπο εργασίας της επειδή οι τιμές στην περιοχή της έχουν ξεφύγει.
Και αφορά, φυσικά, τους ανθρώπους που διαθέτουν τόσο μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους για στέγαση ώστε να περιορίζουν δραματικά όλες τις υπόλοιπες δαπάνες.
Σε ευρωπαϊκή σύγκριση, η Ελλάδα βρίσκεται σε εξαιρετικά δυσμενή θέση.
Το 2024 τα ελληνικά νοικοκυριά διέθεταν κατά μέσο όρο 36% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση, το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έναντι περίπου 19% στον μέσο όρο της ΕΕ.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το λεγόμενο housing cost overburden: το ποσοστό του πληθυσμού που ζει σε νοικοκυριά τα οποία δαπανούν τουλάχιστον 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση.
Το 2024 το ποσοστό αυτό στην Ελλάδα έφτασε το 28,9%, έναντι μόλις 8,2% στην ΕΕ.
Στις πόλεις το πρόβλημα είναι ακόμη εντονότερο.
Η Ελλάδα κατέγραψε το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ, περίπου 29%, ενώ στις αγροτικές περιοχές βρισκόταν επίσης στο υψηλότερο επίπεδο μεταξύ των κρατών-μελών.
Αυτό είναι ίσως το ισχυρότερο στοιχείο που δείχνει γιατί το στεγαστικό δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα απλό πρόβλημα «ακριβών ακινήτων».
Είναι πρόβλημα εισοδήματος, κόστους ζωής και διαθεσιμότητας κατοικίας ταυτόχρονα.
Και οι νέοι βρίσκονται στην πιο δύσκολη θέση
Η κατάσταση είναι ακόμη πιο πιεστική για τις νεότερες ηλικίες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το 2024 το ποσοστό των νέων 15-29 ετών στην Ελλάδα που ζούσαν σε νοικοκυριά με στεγαστικό κόστος τουλάχιστον 40% του διαθέσιμου εισοδήματος έφτανε περίπου το 30,3%, το υψηλότερο μεταξύ των κρατών-μελών.
Αυτό έχει συνέπειες που ξεπερνούν την αγορά ακινήτων.
Επηρεάζει:
τη δημιουργία οικογένειας, τη γονιμότητα, την κινητικότητα των εργαζομένων, την επιλογή τόπου κατοικίας και τελικά την ίδια τη δημογραφική εξέλιξη της χώρας.
Γι' αυτό και το στεγαστικό δεν είναι πλέον ένα επιμέρους οικονομικό θέμα.
Έχει μετατραπεί σε κεντρικό κοινωνικό και δημογραφικό ζήτημα.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι «δεν χτίζουμε»
Αυτό είναι ίσως το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από τη διασταύρωση των στοιχείων.
Η Ελλάδα πράγματι χτίζει πολύ περισσότερο από ό,τι πριν από μία δεκαετία.
Όμως η οικοδομή εξακολουθεί να ανανεώνει το οικιστικό απόθεμα με ρυθμό που δεν επαρκεί για να εξισορροπήσει όλες τις πηγές ζήτησης.
Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι η αναπλήρωση του στεγαστικού αποθέματος παραμένει αργή και ότι η κατασκευαστική δραστηριότητα, παρά την ανάκαμψή της, εξακολουθεί να είναι χαμηλή ως προς τη συμβολή του κλάδου στην οικονομία σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Το 2025, μάλιστα, η ιδιωτική οικοδομική δραστηριότητα υποχώρησε σε σχέση με το 2024: οι άδειες μειώθηκαν κατά 2,4%, η επιφάνεια κατά 9,4% και ο όγκος κατά 2,4%, σύμφωνα με την ίδια έκθεση. Η Τράπεζα της Ελλάδος συνδέει εν μέρει την εξέλιξη με την αβεβαιότητα που προκάλεσε η δικαστική εξέλιξη γύρω από τα κίνητρα του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού.
Άρα η εικόνα δεν είναι μιας οικοδομικής «έκρηξης» που απειλεί να δημιουργήσει άμεσα υπερπροσφορά.
Είναι μάλλον μιας αγοράς που προσπαθεί να καλύψει ένα μεγάλο συσσωρευμένο έλλειμμα, ενώ ταυτόχρονα αντιμετωπίζει υψηλό κόστος κατασκευής, ακριβή γη, χρηματοδοτικούς περιορισμούς και ισχυρή ζήτηση.
Το μεγάλο στοίχημα για την πολιτική
Εδώ αρχίζει το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα.
Η λύση δεν μπορεί να είναι απλώς:
«να χτίσουμε περισσότερα».
Χρειάζεται να απαντηθεί το ερώτημα:
Ποια σπίτια θέλουμε να χτίσουμε;
Νέα κατοικία για επενδυτές;
Νέα κατοικία για τουριστική αξιοποίηση;
Μεγάλα και ακριβά διαμερίσματα;
Ή κατοικίες που μπορούν να αγοράσουν και να νοικιάσουν εργαζόμενοι με τα σημερινά ελληνικά εισοδήματα;
Ταυτόχρονα, υπάρχει ένα δεύτερο ερώτημα:
Τι θα κάνουμε με τα εκατοντάδες χιλιάδες παλαιότερα ακίνητα που υπάρχουν ήδη αλλά δεν είναι εύκολα διαθέσιμα;
Εδώ πιθανώς βρίσκεται ένα μεγάλο μέρος της λύσης.
Η ενεργοποίηση του υπάρχοντος αποθέματος μπορεί να είναι ταχύτερη από την κατασκευή μιας καινούργιας πολυκατοικίας από το μηδέν.
Αλλά απαιτεί χρηματοδότηση, φορολογικά κίνητρα, επίλυση ιδιοκτησιακών προβλημάτων, ανακαινίσεις και ένα σταθερό θεσμικό πλαίσιο.
Τα προγράμματα αγοράς δεν λύνουν από μόνα τους την κρίση
Τα κρατικά προγράμματα στήριξης της αγοράς κατοικίας, όπως το «Σπίτι μου», έχουν ασφαλώς βοηθήσει νοικοκυριά να αποκτήσουν πρόσβαση στη χρηματοδότηση.
Δεν μπορούν όμως από μόνα τους να δημιουργήσουν νέα προσφορά.
Αν αυξάνεται η δυνατότητα αγοράς χωρίς να αυξάνεται αντίστοιχα η προσφορά κατάλληλων κατοικιών, ένα μέρος της πρόσθετης ζήτησης μπορεί να μετακυλίεται στις τιμές.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα προγράμματα είναι λανθασμένα.
Σημαίνει ότι πρέπει να λειτουργούν παράλληλα με πολιτικές αύξησης της προσφοράς και ενεργοποίησης του υφιστάμενου αποθέματος.
Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος να χρηματοδοτείται η ζήτηση χωρίς να αντιμετωπίζεται επαρκώς η πλευρά της προσφοράς.
Το ελληνικό στεγαστικό πρόβλημα έχει πλέον ευρωπαϊκή διάσταση
Το ζήτημα δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό.
Σε ολόκληρη την Ευρώπη οι τιμές κατοικιών και τα ενοίκια έχουν αυξηθεί σημαντικά.
Μεταξύ 2010 και 2024, οι τιμές κατοικιών στην ΕΕ αυξήθηκαν κατά περίπου 53%, ενώ τα ενοίκια κατά 25%, σύμφωνα με την Eurostat.
Η Ελλάδα, όμως, ξεχωρίζει λόγω του εξαιρετικά μεγάλου βάρους της στέγασης στο διαθέσιμο εισόδημα.
Και αυτό είναι που κάνει το ελληνικό πρόβλημα διαφορετικό.
Δεν πρόκειται μόνο για μια αγορά όπου τα ακίνητα είναι ακριβά.
Πρόκειται για μια οικονομία όπου το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών δυσκολεύεται να συμβαδίσει με το κόστος κατοικίας.
Το 2026 βρίσκει την αγορά σε κρίσιμο σταυροδρόμι
Τα σημερινά δεδομένα δείχνουν μια αγορά που δεν βρίσκεται ούτε στο σημείο της κατάρρευσης ούτε σε μια κατάσταση ανεξέλεγκτης οικοδομικής υπερπροσφοράς.
Η οικοδομή παραμένει ενεργή.
Οι άδειες βρίσκονται πάνω από τις 30.000 ετησίως.
Οι τιμές όμως εξακολουθούν να αυξάνονται.
Η Τράπεζα της Ελλάδος εξακολουθεί να βλέπει υπερβάλλουσα ζήτηση έναντι της διαθέσιμης προσφοράς.
Και η Eurostat καταγράφει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει το υψηλότερο στεγαστικό βάρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτό σημαίνει ότι η επόμενη φάση της αγοράς θα είναι κρίσιμη.
Εάν η οικοδομή συνεχίσει να αυξάνει την προσφορά με βιώσιμο ρυθμό, εάν ενεργοποιηθεί μεγαλύτερο μέρος του υφιστάμενου αποθέματος και εάν η νέα παραγωγή στραφεί περισσότερο προς τις πραγματικές ανάγκες των νοικοκυριών, τότε μπορεί σταδιακά να δημιουργηθούν συνθήκες εξισορρόπησης.
Εάν, αντίθετα, η νέα παραγωγή παραμείνει συγκεντρωμένη σε ακριβές κατηγορίες και περιοχές, ενώ σημαντικό μέρος του παλιού αποθέματος παραμένει εκτός αγοράς, η Ελλάδα μπορεί να συνεχίσει να χτίζει περισσότερα σπίτια χωρίς να λύνει το στεγαστικό της πρόβλημα.
Το μεγάλο στοίχημα
Και εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη διαπίστωση:
Το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι πλέον μόνο πόσα σπίτια κατασκευάζονται. Είναι ποιος μπορεί να τα αποκτήσει ή να τα νοικιάσει.
Μπορεί να εκδίδονται 30.000 οικοδομικές άδειες τον χρόνο.
Μπορεί η οικοδομή να έχει επιστρέψει από τα επίπεδα της κρίσης.
Μπορεί η κατασκευαστική δραστηριότητα να συνεχίσει να αυξάνεται.
Αν όμως ένα νοικοκυριό εξακολουθεί να χρειάζεται δυσανάλογο μέρος του εισοδήματός του για να πληρώσει το σπίτι του, τότε η στεγαστική κρίση παραμένει.
Και γι' αυτό το επόμενο μεγάλο κεφάλαιο της ελληνικής οικονομίας δεν θα κριθεί απλώς από το πόσο θα χτίσουμε.
Θα κριθεί από το αν θα μπορέσουμε να μετατρέψουμε την οικοδομική ανάκαμψη σε πραγματικά προσιτή κατοικία.
Αυτό είναι το δύσκολο στοίχημα της επόμενης ημέρας.
Μείνετε μπροστά στις εξελίξεις — κάντε Like στο Facebook
Από το newsroom
Γράφει H Πηνελόπη Μπουρινέζου
-Posted by Anexartitos.Ta.Neα
Αν θέλετε να μαθαίνετε παράλληλα όσα σημαντικά διαδραματίζονται στα ελληνικά και ξένα media κάντε like στην σελίδα στο Facebook πατώντας εδώ.click here
Δημοσίευση σχολίου
.Τα σχόλια υπάρχουν για να συνεισφέρουν οι αναγνώστες στο διάλογο.
. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του.
. Αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές.
. Συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και greeklish αφαιρούνται όπου εντοπίζονται.
. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές και μόνον αυτούς.
. Η ταυτότητα των σχολιαστών είναι γνωστή μόνο στην Google.
. Όποιος θίγεται μπορεί να επικοινωνεί στο email μας.
. Περισσότερα στους όρους χρήσης.. Ευχαριστούμε για την κατανόησή σας.










Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου