Full width home advertisement

Travel the world

Climb the mountains

Post Page Advertisement [Top]


   John Kiriakou: «Οι Έλληνες φοβούνται τους Τούρκους και τρέχουν στους Ισραηλινούς»...

 

 – Τι πραγματικά κρύβεται πίσω από την αιχμηρή παρέμβαση του πρώην CIA.


 «Ο ελληνικός λαός δεν θέλει τίποτα από όλα αυτά» – Η δήλωση που προκαλεί συζήτηση για την Ελλάδα, το Ισραήλ και την Τουρκία

 

Μια ιδιαίτερα αιχμηρή τοποθέτηση για την ελληνική εξωτερική πολιτική, τις σχέσεις Αθήνας–Τελ Αβίβ και τον παράγοντα Τουρκία έκανε ο πρώην αξιωματικός της CIA John Kiriakou, προκαλώντας συζήτηση γύρω από το κατά πόσο η στρατηγική συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ αντανακλά τις πραγματικές διαθέσεις της ελληνικής κοινωνίας.

Σε απόσπασμα που δημοσιεύθηκε στις 28 Αυγούστου 2026 από τον λογαριασμό Clash Report στο X, ο Kiriakou εμφανίζεται να υποστηρίζει:

«The Greeks are afraid of the Turks. The Greeks don’t know where to run, so they run to the Israelis. The Greek people want none of this. And so there’s going to have to be a reckoning day, probably sooner rather than later, between the Greek government and the Greek people.»

 

Σε ελεύθερη απόδοση:

«Οι Έλληνες φοβούνται τους Τούρκους. Δεν ξέρουν πού να στραφούν, γι’ αυτό στρέφονται στους Ισραηλινούς. Ο ελληνικός λαός δεν θέλει τίποτα από όλα αυτά. Και έτσι θα πρέπει να υπάρξει, πιθανότατα νωρίτερα παρά αργότερα, μια ημέρα λογαριασμού μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και του ελληνικού λαού».

Το απόσπασμα αναπαράχθηκε από ελληνικά μέσα ενημέρωσης και η συγκεκριμένη διατύπωση είναι συνεπής στις δημοσιεύσεις που εντοπίζονται μέχρι σήμερα. Ωστόσο, από το διαθέσιμο υλικό δεν προκύπτει ακόμη ολόκληρη η συνέντευξη ή το πλήρες πλαίσιο της συζήτησης. Αυτό έχει σημασία, διότι η αποσπασματική αναπαραγωγή μιας πολιτικής τοποθέτησης δεν αρκεί για να αποδώσει όλες τις αποχρώσεις της σκέψης του ομιλητή.

 

 

 

 

Ποιος είναι ο John Kiriakou

Ο χαρακτηρισμός «πρώην CIA» είναι ακριβής, αλλά χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση: ο Kiriakou δεν εκπροσωπεί σήμερα τη CIA ούτε την αμερικανική κυβέρνηση.

Υπηρέτησε στη CIA από το 1990 έως το 2004 ως αναλυτής και αξιωματικός επιχειρήσεων, με αντικείμενο την αντιτρομοκρατία. Μετά την αποχώρησή του έγινε γνωστός διεθνώς για τις αποκαλύψεις του σχετικά με το πρόγραμμα «enhanced interrogation» της CIA και ειδικότερα τη χρήση waterboarding.

Το 2007 δήλωσε δημόσια ότι η CIA χρησιμοποιούσε waterboarding σε κρατουμένους, ενώ αργότερα αντιμετώπισε ποινική δίωξη για αποκάλυψη απόρρητων πληροφοριών. Το 2013 καταδικάστηκε σε 30 μήνες φυλάκισης για αποκάλυψη της ταυτότητας μυστικού αξιωματικού της CIA. Τα γεγονότα αυτά επιβεβαιώνονται από το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Η ιδιότητά του ως πρώην αξιωματικού των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών προσδίδει αναμφίβολα ιδιαίτερο βάρος στις δημόσιες παρεμβάσεις του. Δεν σημαίνει όμως ότι κάθε σημερινή πολιτική του εκτίμηση αποτελεί θέση της CIA.

Αυτό είναι κρίσιμο και για την αξιολόγηση της συγκεκριμένης δήλωσης.

 

 

Τι ακριβώς υποστηρίζει ο Kiriakou

Η τοποθέτηση του πρώην αξιωματικού περιέχει στην πραγματικότητα τρεις διαφορετικούς ισχυρισμούς.

Ο πρώτος είναι ότι η Ελλάδα αισθάνεται φόβο απέναντι στην Τουρκία.

Ο δεύτερος είναι ότι εξαιτίας αυτού του φόβου αναζητά στήριξη στο Ισραήλ.

Ο τρίτος —και πολιτικά σημαντικότερος— είναι ότι η ελληνική κοινωνία δεν συμφωνεί με αυτή την επιλογή και ότι τελικά θα υπάρξει «reckoning day», δηλαδή μια πολιτική σύγκρουση ανάμεσα στην κυβέρνηση και την κοινωνία.

Οι τρεις αυτοί ισχυρισμοί δεν έχουν το ίδιο επίπεδο τεκμηρίωσης.

Το ότι η Τουρκία αποτελεί βασικό παράγοντα στον σχεδιασμό της ελληνικής εθνικής ασφάλειας είναι αναμφισβήτητο.

Το ότι η Ελλάδα έχει αναπτύξει στρατηγική σχέση με το Ισραήλ είναι επίσης γεγονός.

Το ότι η σχέση αυτή δημιουργήθηκε αποκλειστικά ή κυρίως επειδή η Ελλάδα φοβάται την Τουρκία αποτελεί ερμηνεία.

Και το ότι ο ελληνικός λαός «δεν θέλει τίποτα από όλα αυτά» αποτελεί ακόμη πιο ευρεία πολιτική γενίκευση.

 

 

Η σχέση Ελλάδας–Ισραήλ δεν ξεκίνησε χθες

Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία που δυσκολεύουν την απόλυτη επιβεβαίωση της θέσης Kiriakou είναι η ιστορική πορεία των ελληνοϊσραηλινών σχέσεων.

Οι δύο χώρες απέκτησαν πλήρεις διπλωματικές σχέσεις το 1990, ενώ η ίδια η ελληνική διπλωματική υπηρεσία έχει περιγράψει εδώ και χρόνια τη σχέση ως στρατηγική συνεργασία στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η συνεργασία επεκτάθηκε ιδιαίτερα στον τομέα της άμυνας, της τεχνολογίας, της ενέργειας και των επενδύσεων.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Διεθνές Κέντρο Εκπαίδευσης Πτήσεων στην Καλαμάτα, για το οποίο Ελλάδα και Ισραήλ υπέγραψαν διακρατική συμφωνία το 2021. Η ελληνική πλευρά χαρακτήρισε τότε τη συμφωνία σημαντική για την περαιτέρω ενίσχυση της στρατηγικής συνεργασίας των δύο χωρών.

Η εξέλιξη συνεχίστηκε και το 2026.

Σύμφωνα με το ελληνικό υπουργείο Εθνικής Άμυνας, το Πρόγραμμα Αμυντικής Συνεργασίας Ελλάδας–Ισραήλ για το 2026 περιλαμβάνει συνολικά 54 δράσεις, εκ των οποίων 29 στην Ελλάδα και 25 στο Ισραήλ.

Η συνεργασία περιλαμβάνει κοινές ασκήσεις, επιχειρησιακή διαλειτουργικότητα, έρευνα, καινοτομία, αμυντική τεχνολογία και αμυντική βιομηχανία.

Άρα, η σχέση δεν είναι μια περιστασιακή πολιτική επιλογή της σημερινής κυβέρνησης.

 

 

Μητσοτάκης: «Δεν είναι σχέση με οποιαδήποτε ισραηλινή κυβέρνηση»

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η τοποθέτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη τον Ιούνιο του 2026.

Ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε τη σχέση Ελλάδας–Ισραήλ μακροχρόνια στρατηγική συνεργασία, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι αυτή δεν σημαίνει ταύτιση με κάθε ισραηλινή κυβέρνηση.

Όπως ανέφερε, η συνεργασία στηρίζεται μεταξύ άλλων σε κοινό ενδιαφέρον για μια σταθερή Ανατολική Μεσόγειο, σε ισχυρούς οικονομικούς και αμυντικούς δεσμούς, στη συνεργασία των αμυντικών βιομηχανιών και στη σύνδεση των τεχνολογικών οικοσυστημάτων των δύο χωρών.

Ταυτόχρονα, υποστήριξε ότι η Ελλάδα έχει ασκήσει κριτική στο Ισραήλ για τις εξελίξεις στη Γάζα και στον Λίβανο.

Η τοποθέτηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι δείχνει ότι η ελληνική κυβέρνηση αντιλαμβάνεται τη σχέση με το Ισραήλ ως μακροπρόθεσμη στρατηγική σχέση κράτους με κράτος και όχι ως άνευ όρων πολιτική ταύτιση με την εκάστοτε ισραηλινή κυβέρνηση.

 

 

Υπάρχει όμως ο τουρκικός παράγοντας;

Εδώ η θέση του Kiriakou αγγίζει μια πραγματική διάσταση της ελληνικής στρατηγικής.

Η Τουρκία αποτελεί διαχρονικά έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες σχεδιασμού της ελληνικής άμυνας και εξωτερικής πολιτικής.

Οι διαφορές στο Αιγαίο, οι θαλάσσιες ζώνες, η Ανατολική Μεσόγειος, το Κυπριακό και η στρατιωτική ισορροπία αποτελούν μόνιμα ζητήματα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Ταυτόχρονα, η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια επιχειρεί να διατηρεί ανοιχτό δίαυλο με την Άγκυρα.

Αυτό δημιουργεί μια σύνθετη στρατηγική: η Αθήνα προσπαθεί να αποτρέψει μια κρίση με την Τουρκία, ενώ παράλληλα ενισχύει τις αμυντικές και διπλωματικές της συνεργασίες με άλλους εταίρους.

Σε αυτή την εικόνα εντάσσονται οι σχέσεις με το Ισραήλ, την Κύπρο και την Αίγυπτο, αλλά και οι στρατηγικές σχέσεις της Ελλάδας με τη Γαλλία, τις ΗΠΑ, τα κράτη του Κόλπου και άλλες χώρες.

Επομένως, η συνεργασία με το Ισραήλ μπορεί πράγματι να λειτουργεί και ως στοιχείο ενίσχυσης της ελληνικής αποτρεπτικής ισχύος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποτελεί αποκλειστικά «αντιτουρκικό άξονα».

 

 

Η ίδια η ελληνική κυβέρνηση το λέει εδώ και χρόνια

Αυτό δεν είναι μόνο σημερινή κυβερνητική θέση.

Ήδη από το 2011, το ελληνικό υπουργείο Εθνικής Άμυνας περιέγραφε την ανάπτυξη των σχέσεων με το Ισραήλ ως στρατηγική επιλογή που εξυπηρετεί τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα.

Το 2020, η ελληνική πλευρά χαρακτήριζε τη στρατηγική σχέση με το Ισραήλ σημαντική λόγω «κοινών προκλήσεων» αλλά και «κοινών συμφερόντων», υποστηρίζοντας ότι η συνεργασία αποτελεί πυλώνα σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Αυτό είναι σημαντικό διότι δείχνει ότι η ελληνοϊσραηλινή στρατηγική δεν αποτελεί απλώς αντίδραση στις σημερινές εξελίξεις στη Γάζα ή στην πρόσφατη ελληνοτουρκική ένταση.

Έχει διαμορφωθεί εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία και έχει διατηρηθεί από διαφορετικές ελληνικές κυβερνήσεις.

 

 

Εκεί όμως βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον σημείο της παρέμβασης Kiriakou

Αν υπάρχει ένα κομμάτι της δήλωσης που αξίζει σοβαρή διερεύνηση, δεν είναι τόσο το «οι Έλληνες φοβούνται τους Τούρκους».

Είναι η φράση:

«The Greek people want none of this.»

Δηλαδή ο ισχυρισμός ότι υπάρχει σημαντική απόσταση ανάμεσα στην κρατική στρατηγική και στην κοινωνική άποψη.

Εδώ υπάρχουν πράγματι στοιχεία που δείχνουν ότι η εικόνα του Ισραήλ στην ελληνική κοινωνία είναι ιδιαίτερα αρνητική.

Στην έρευνα του Pew Research Center για το 2026, η Ελλάδα περιλαμβάνεται μεταξύ των χωρών όπου η πλειοψηφία έχει δυσμενή άποψη για το Ισραήλ. Τα διαθέσιμα στοιχεία του Pew καταγράφουν στην Ελλάδα 20% θετική και 76% αρνητική άποψη μεταξύ των ηλικιών 18–34, ενώ στις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες η αρνητική άποψη παραμένει επίσης πλειοψηφική.

Η συνολική εικόνα της έρευνας είναι ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες όπου η αρνητική γνώμη για το Ισραήλ είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη.

Ήδη από την αντίστοιχη έρευνα του 2025, το Pew είχε καταγράψει ότι περίπου τα τρία τέταρτα των Ελλήνων είχαν δυσμενή άποψη για το Ισραήλ.

Αυτό, όμως, δεν αποδεικνύει ότι η ελληνική κοινωνία απορρίπτει τη στρατηγική συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ.

Είναι διαφορετικό να έχει κάποιος αρνητική γνώμη για την κυβέρνηση του Ισραήλ ή για τις επιχειρήσεις στη Γάζα και διαφορετικό να απορρίπτει την αμυντική, ενεργειακή ή τεχνολογική συνεργασία της Ελλάδας με το Ισραήλ.

Η διάκριση αυτή είναι απολύτως απαραίτητη.

 

 

Η «ημέρα λογαριασμού» είναι πρόβλεψη – όχι γεγονός

Το τρίτο σκέλος της δήλωσης Kiriakou είναι ακόμη πιο δύσκολο να τεκμηριωθεί.

Ο πρώην αξιωματικός προβλέπει ότι θα υπάρξει «reckoning day» μεταξύ κυβέρνησης και ελληνικού λαού.

Μέχρι σήμερα, δεν υπάρχει κάποιο αξιόπιστο στοιχείο που να επιτρέπει να παρουσιαστεί αυτή η εξέλιξη ως βεβαιότητα.

Μπορεί να υπάρχει κοινωνική δυσαρέσκεια απέναντι στην ισραηλινή πολιτική.

Μπορεί να υπάρχει πολιτική πίεση προς την κυβέρνηση.

Μπορεί το ζήτημα να αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία σε μια μελλοντική εκλογική αναμέτρηση.

Όμως από αυτό μέχρι την πρόβλεψη μιας ευρύτερης πολιτικής ρήξης υπάρχει μεγάλη απόσταση.

Η εξωτερική πολιτική σπάνια μετατρέπεται από μόνη της σε αιτία ανατροπής μιας κυβέρνησης. Για να συμβεί κάτι τέτοιο απαιτείται συνδυασμός κοινωνικών, οικονομικών, πολιτικών και εκλογικών παραγόντων.

Επομένως, η «ημέρα λογαριασμού» πρέπει να αντιμετωπιστεί ως πολιτική πρόβλεψη του Kiriakou και όχι ως διαπιστωμένη τάση.

 

 

Το παράδοξο της ελληνικής στρατηγικής

Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον συμπέρασμα.

Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε μια εξαιρετικά σύνθετη θέση.

Από τη μία πλευρά, έχει οικοδομήσει μια βαθιά στρατηγική σχέση με το Ισραήλ.

Το 2026 η αμυντική συνεργασία έχει πλέον συγκεκριμένο επιχειρησιακό περιεχόμενο, με δεκάδες κοινές δράσεις, ασκήσεις και συνεργασίες στους τομείς της τεχνολογίας και της άμυνας.

Από την άλλη, η ελληνική κοινωνία εμφανίζει υψηλά επίπεδα αρνητικής άποψης για το Ισραήλ, ιδιαίτερα μετά τις εξελίξεις στη Γάζα.

Παράλληλα, η Αθήνα δεν εγκαταλείπει την προσπάθεια διαχείρισης των σχέσεων με την Τουρκία.

Και ταυτόχρονα διατηρεί σχέσεις με την Αίγυπτο, τα κράτη του Κόλπου, την Κύπρο, τη Γαλλία, τις ΗΠΑ και άλλους περιφερειακούς και διεθνείς εταίρους.

Η εικόνα, επομένως, είναι πολύ πιο σύνθετη από το σχήμα:

«Η Ελλάδα φοβάται την Τουρκία → τρέχει στο Ισραήλ».

Πιο ακριβές θα ήταν να πούμε ότι η Ελλάδα επιχειρεί να οικοδομήσει ένα πολυεπίπεδο δίκτυο στρατηγικών σχέσεων, μέσα στο οποίο το Ισραήλ αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες.

 

 

Το πραγματικό ερώτημα

Η δήλωση του John Kiriakou έχει αξία όχι επειδή αποδεικνύει ότι η Ελλάδα «τρέχει» στο Ισραήλ από φόβο απέναντι στην Τουρκία.

Δεν το αποδεικνύει.

Έχει αξία επειδή θέτει ένα διαφορετικό ερώτημα:

Μπορεί μια κυβέρνηση να διατηρεί μια βαθιά στρατηγική σχέση με ένα κράτος όταν ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας έχει πλέον πολύ αρνητική άποψη για το συγκεκριμένο κράτος;

Η απάντηση δεν είναι αυτονόητη.

Μια κυβέρνηση μπορεί να θεωρεί ότι τα εθνικά συμφέροντα επιβάλλουν τη συνέχιση μιας στρατηγικής συνεργασίας ανεξάρτητα από τις μεταβολές της κοινής γνώμης.

Από την άλλη, σε μια δημοκρατία η εξωτερική πολιτική δεν λειτουργεί σε πολιτικό κενό. Εάν ένα ζήτημα αποκτήσει μεγάλη κοινωνική και εκλογική βαρύτητα, είναι πιθανό να επηρεάσει και την κυβερνητική πολιτική.

Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο η παρέμβαση Kiriakou αποκτά ενδιαφέρον.

Όχι ως «φωνή της CIA».

Αλλά ως πολιτική προειδοποίηση ενός πρώην αξιωματικού των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, ο οποίος βλέπει μια πιθανή απόσταση ανάμεσα στη στρατηγική επιλογή της ελληνικής κυβέρνησης και στη διάθεση σημαντικού τμήματος της ελληνικής κοινωνίας.

Το αν αυτή η απόσταση θα εξελιχθεί πράγματι σε «ημέρα λογαριασμού» είναι κάτι που δεν μπορεί σήμερα να προβλεφθεί.

Ένα όμως είναι ήδη σαφές:

Η σχέση Ελλάδας–Ισραήλ έχει γίνει πολύ βαθύτερη από μια απλή τακτική απάντηση στην Τουρκία. Και την ίδια στιγμή, η κοινωνική εικόνα του Ισραήλ στην Ελλάδα έχει επιδεινωθεί σημαντικά.

Αυτή η αντίφαση είναι ίσως το πραγματικό γεωπολιτικό και πολιτικό ζήτημα πίσω από τη δήλωση του John Kiriakou.











pixiz-19-09-2018-03-25-22

 

 

 

 

 

 

 Μείνετε μπροστά στις εξελίξεις — κάντε Like στο Facebook

 

click-go-back-button

 

 

 

 

 


  Από το newsroom 

  Γράφει  H Πηνελόπη Μπουρινέζου  

     -Posted by Anexartitos.Ta.Neα

 

road+news


Αν θέλετε να μαθαίνετε παράλληλα όσα σημαντικά διαδραματίζονται στα ελληνικά και ξένα media κάντε like στην σελίδα στο Facebook πατώντας εδώ.click here  

 

 
 Δημοσίευση σχολίου  

 

.Τα σχόλια υπάρχουν για να συνεισφέρουν οι αναγνώστες στο διάλογο. 

 
. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του.


. Αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές. 

 
. Συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και greeklish αφαιρούνται όπου εντοπίζονται.


. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές και μόνον αυτούς.


. Η ταυτότητα των σχολιαστών είναι γνωστή μόνο στην Google.


. Όποιος θίγεται μπορεί να επικοινωνεί στο email μας.


. Περισσότερα στους όρους χρήσης.

 

        . Ευχαριστούμε για την κατανόησή σας.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Bottom Ad [Post Page]