Από το 23% στο 0,03%: Πώς άλλαξαν οι τράπεζες και το χρήμα του Έλληνα από το 1980 μέχρι σήμερα...
Από τη δραχμή και τα διψήφια επιτόκια, στην εποχή των κόκκινων δανείων, των funds και των servicers, των καρτών και των ηλεκτρονικών συναλλαγών – 45 χρόνια που άλλαξαν τη σχέση πολίτη, τράπεζας και κράτους.
Υπήρξε μια εποχή που η λέξη «τράπεζα» σήμαινε κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που σημαίνει σήμερα.
Ο Έλληνας της δεκαετίας του ’80 πήγαινε στο κατάστημα, μιλούσε με υπάλληλο, κρατούσε βιβλιάριο, έβλεπε τα χρήματά του μπροστά του και αντιμετώπιζε ένα τραπεζικό σύστημα πολύ πιο στενά συνδεδεμένο με το κράτος και με ένα καθεστώς ρυθμιζόμενων επιτοκίων και πιστωτικών περιορισμών.
Σήμερα, ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να μην έχει επισκεφθεί κατάστημα για μήνες. Πληρώνει με κάρτα ή κινητό, στέλνει χρήματα από το application, χρησιμοποιεί IRIS, λαμβάνει τον μισθό του ηλεκτρονικά και παρακολουθεί τα πάντα από την οθόνη.
Και όμως, μέσα σε αυτή την τεράστια τεχνολογική αλλαγή, ένα πράγμα έμεινε σταθερό:
η τράπεζα έγινε ακόμη πιο απαραίτητη στην καθημερινή οικονομική ζωή.
Η διαδρομή από το 1980 έως το 2026 δεν είναι απλώς ιστορία τραπεζών.
Είναι η ιστορία του πώς άλλαξε το χρήμα, το δάνειο, η αποταμίευση, η ιδιοκτησία, η κατανάλωση και τελικά η ίδια η σχέση του πολίτη με το κράτος.
Και ίσως η πιο εντυπωσιακή εικόνα αυτής της διαδρομής βρίσκεται σε δύο αριθμούς.
23%.
Και σήμερα:
0,03%.
Μόνο που οι δύο αριθμοί δεν αφορούν το ίδιο πράγμα. Και ακριβώς αυτή η λεπτομέρεια έχει σημασία.
Όταν το κράτος είχε πολύ μεγαλύτερο ρόλο στο τραπεζικό σύστημα
Για να καταλάβουμε τη σημερινή τράπεζα, πρέπει να γυρίσουμε πίσω.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν λειτουργούσε με τη σημερινή λογική της πλήρως απελευθερωμένης αγοράς.
Η Τράπεζα της Ελλάδος περιγράφει ένα σύστημα άμεσων ελέγχων και πιστωτικών κανόνων, το οποίο παρέμεινε σε ισχύ μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80. Το 1982 καταργήθηκε η Νομισματική Επιτροπή και μεταφέρθηκαν οι περισσότερες αρμοδιότητές της στην Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 ξεκίνησε σταδιακά η απελευθέρωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Άρα, η τράπεζα της εποχής δεν ήταν απλώς ένας ιδιωτικός πάροχος χρηματοοικονομικών υπηρεσιών.
Το κράτος είχε πολύ ισχυρότερο αποτύπωμα στη λειτουργία του συστήματος, ενώ σημαντικό τμήμα της τραπεζικής αγοράς συνδεόταν άμεσα ή έμμεσα με κρατικούς φορείς.
Αυτό είναι κρίσιμο για να κατανοήσουμε μια διαφορά ανάμεσα στις δύο εποχές:
τότε η τραπεζική πίστη ήταν πολύ περισσότερο μέρος της οικονομικής πολιτικής· σήμερα λειτουργεί μέσα σε ένα πολύ πιο απελευθερωμένο, ευρωπαϊκό και εποπτευόμενο χρηματοπιστωτικό περιβάλλον.
Το 23% που έγινε σύμβολο μιας άλλης εποχής
Και εδώ εμφανίζεται ο πρώτος μεγάλος αριθμός.
Η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει ότι το ανώτατο δικαιοπρακτικό επιτόκιο ήταν 23% από τον Οκτώβριο του 1979 έως τον Οκτώβριο του 1990.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 το ανώτατο επιτρεπόμενο δικαιοπρακτικό επιτόκιο έφτασε ακόμη και στο 42% για μικρό χρονικό διάστημα το 1992.
Εδώ όμως χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση.
Το 23% δεν σημαίνει ότι κάθε Έλληνας είχε κατάθεση με 23% επιτόκιο ούτε ότι κάθε δάνειο χρεωνόταν ακριβώς με 23%.
Πρόκειται για ανώτατα δικαιοπρακτικά επιτόκια συγκεκριμένης κατηγορίας. Είναι ιστορικός δείκτης του πόσο διαφορετικό ήταν το περιβάλλον των επιτοκίων, όχι σύγκριση «23% τότε έναντι 0,03% σήμερα» για το ίδιο τραπεζικό προϊόν.
Και όμως, η απόσταση είναι εντυπωσιακή.
Γιατί σήμερα;
Τον Ιούλιο του 2026, το μέσο επιτόκιο στις καταθέσεις μίας ημέρας των νοικοκυριών ήταν μόλις 0,03%. Για νέες καταθέσεις νοικοκυριών με συμφωνημένη διάρκεια έως ένα έτος ήταν 1,24%. Την ίδια στιγμή, το μέσο επιτόκιο των νέων δανείων προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις ήταν 4,67%, ενώ στα καταναλωτικά δάνεια χωρίς καθορισμένη διάρκεια —όπως πιστωτικές κάρτες, revolving και υπεραναλήψεις— έφτανε το 14,55%.
Το χρήμα, λοιπόν, έχει αλλάξει τιμή.
Και μαζί του άλλαξε και η σχέση του πολίτη με την τράπεζα.
Από την απελευθέρωση στο ευρώ
Η απελευθέρωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος ξεκίνησε σταδιακά στη δεκαετία του ’80 και ολοκληρώθηκε στο μεγαλύτερο μέρος της κατά τη δεκαετία του ’90.
Ήταν η αρχή μιας μεγάλης μετάβασης.
Η ελληνική τραπεζική αγορά άρχισε να λειτουργεί περισσότερο με όρους ανταγωνισμού.
Τα επιτόκια άρχισαν σταδιακά να υποχωρούν.
Η αγορά χρήματος αναπτύχθηκε.
Και η Ελλάδα πλησίαζε προς το μεγάλο ορόσημο:
το ευρώ.
Με την είσοδο στη Νομισματική Ένωση άλλαξε οριστικά το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργούσαν οι ελληνικές τράπεζες.
Το χρήμα έγινε πολύ φθηνότερο σε σχέση με τις προηγούμενες δεκαετίες.
Και τότε ήρθε η μεγάλη αλλαγή:
ο Έλληνας άρχισε να δανείζεται πολύ περισσότερο.
Η εποχή του «πάρε τώρα, πλήρωσε μετά»
Στεγαστικά.
Καταναλωτικά.
Πιστωτικές κάρτες.
Αυτοκίνητα.
Διακοπές.
Ανακαινίσεις.
Επιχειρηματικά δάνεια.
Η τραπεζική πίστωση μπήκε βαθύτερα στην καθημερινότητα.
Η κατοικία έγινε πιο εύκολο να χρηματοδοτηθεί.
Η κατανάλωση μπορούσε να πραγματοποιηθεί πριν συγκεντρωθούν τα χρήματα.
Η πιστωτική κάρτα έγινε καθημερινό εργαλείο.
Η τράπεζα έπαψε να είναι απλώς το μέρος όπου κάποιος κρατούσε τις οικονομίες του.
Έγινε ο μηχανισμός μέσω του οποίου μπορούσε να προκαταλάβει το μελλοντικό του εισόδημα.
Και αυτό δημιούργησε ανάπτυξη, αλλά δημιούργησε ταυτόχρονα και μεγαλύτερη έκθεση των νοικοκυριών στο χρέος.
Όταν το δάνειο έγινε κόκκινο
Μετά το 2008, η εικόνα άλλαξε δραματικά.
Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση μετατράπηκε στην Ελλάδα σε μια πολύ βαθύτερη οικονομική κρίση.
Ύφεση.
Ανεργία.
Μείωση εισοδημάτων.
Αύξηση φορολογικών βαρών.
Πτώση της αξίας ακινήτων.
Και πίσω από όλα αυτά:
δάνεια που κάποτε εξυπηρετούνταν και πλέον δεν μπορούσαν να πληρωθούν.
Το «κόκκινο δάνειο» έγινε ένας από τους σημαντικότερους όρους της ελληνικής οικονομικής πραγματικότητας.
Οι τράπεζες βρέθηκαν αντιμέτωπες με τεράστιες ζημίες στα χαρτοφυλάκια δανείων.
Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι κατά την περίοδο 2013–2015 οι προβλέψεις των τεσσάρων συστημικών τραπεζών για επισφαλείς απαιτήσεις κυμαίνονταν συνήθως μεταξύ 2,5% και 6% της ονομαστικής αξίας του συνολικού χαρτοφυλακίου δανείων σε ετήσια βάση.
Το τραπεζικό πρόβλημα έγινε πλέον πρόβλημα ολόκληρης της οικονομίας.
Και τότε μπήκε το κράτος ξανά στο προσκήνιο
Εδώ υπάρχει μια ειρωνική αντιστροφή της ιστορίας.
Τη δεκαετία του ’80 το κράτος είχε πολύ ισχυρότερο ρόλο στη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος.
Στη δεκαετία του 2010, μετά την κρίση, το κράτος χρειάστηκε να παρέμβει ξανά — αυτή τη φορά για να στηρίξει ένα τραπεζικό σύστημα που είχε πληγεί από την κρίση.
Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες ανακεφαλαιοποιήθηκαν.
Στην πρώτη μεγάλη ανακεφαλαιοποίηση του 2013 χρησιμοποιήθηκαν ιδιωτικά κεφάλαια αλλά και πόροι του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Η Τράπεζα της Ελλάδος αναφέρει κρατική ενίσχυση μέσω ΤΧΣ ύψους περίπου 25 δισ. ευρώ για την πρώτη ανακεφαλαιοποίηση.
Το ΤΧΣ έγινε τότε σημαντικός μέτοχος των συστημικών τραπεζών.
Ακολούθησε και δεύτερη φάση ανακεφαλαιοποίησης, ενώ το 2015 πραγματοποιήθηκε νέα διαδικασία μέσα σε ένα εξαιρετικά δύσκολο περιβάλλον.
Έτσι, ο ρόλος του κράτους άλλαξε ξανά.
Δεν ήταν πλέον το κράτος που καθόριζε καθημερινά το τραπεζικό σύστημα όπως σε προηγούμενες δεκαετίες.
Ήταν το κράτος που συμμετείχε στην προσπάθεια να διασωθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Από την τράπεζα στο fund και από το fund στον servicer
Και εδώ φτάνουμε σε μία από τις μεγαλύτερες αλλαγές των τελευταίων ετών.
Τι γίνεται με ένα δάνειο που η τράπεζα δεν θέλει ή δεν μπορεί πλέον να κρατήσει στον ισολογισμό της;
Δεν εξαφανίζεται.
Μπορεί να μεταβιβαστεί στο πλαίσιο μιας τιτλοποίησης ή πώλησης απαιτήσεων.
Και τότε εμφανίζεται ένα νέο λεξιλόγιο:
fund.
servicer.
τιτλοποίηση.
Ηρακλής.
Η δημιουργία δευτερογενούς αγοράς δανείων αποτέλεσε μία από τις σημαντικές θεσμικές αλλαγές της περιόδου μετά την κρίση, μαζί με το νέο πλαίσιο αφερεγγυότητας και τις ηλεκτρονικές υποδομές πλειστηριασμών.
Εδώ χρειάζεται και μία διάκριση που συχνά χάνεται στη δημόσια συζήτηση.
Το fund μπορεί να είναι ο κάτοχος της απαίτησης.
Ο servicer είναι η εταιρεία που αναλαμβάνει τη διαχείριση.
Δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Για τον οφειλέτη, όμως, η εμπειρία μπορεί να είναι πολύ διαφορετική από εκείνη της παλιάς εποχής.
Δεν βρίσκεται πλέον απαραίτητα απέναντί του το κατάστημα όπου πήρε το δάνειο.
Μπορεί να βρίσκεται απέναντί του ένας εξειδικευμένος διαχειριστής απαιτήσεων.
Και κάπου εδώ η ερώτηση γίνεται κοινωνική:
Ποιος βρίσκεται σήμερα απέναντι στον δανειολήπτη;
Η τράπεζα;
Το fund;
Ο servicer;
Ή τελικά ένα ολόκληρο σύστημα διαχείρισης χρέους;
Την ίδια στιγμή, ο εξωδικαστικός μηχανισμός αποτελεί ένα διαφορετικό κανάλι ρύθμισης. Μέχρι τον Ιούνιο του 2026 είχαν ολοκληρωθεί 64.406 ρυθμίσεις, που αντιστοιχούσαν σε αρχικές οφειλές 19,67 δισ. ευρώ, σύμφωνα με το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.
Άρα η σημερινή εικόνα δεν είναι μόνο πλειστηριασμοί και εισπράξεις.
Είναι ταυτόχρονα ένα ολόκληρο οικοσύστημα ρυθμίσεων, αναδιαρθρώσεων, πωλήσεων απαιτήσεων και διαχείρισης χρέους.
Από το βιβλιάριο στο κινητό
Και ενώ συνέβαιναν όλα αυτά, άλλαξε και η καθημερινή τράπεζα.
Ο παλιός πελάτης είχε βιβλιάριο.
Σήμερα έχει application.
Τότε έμπαινε στο κατάστημα για να κάνει μεταφορά.
Σήμερα πατάει δύο κουμπιά.
Τότε πλήρωνε κυρίως με μετρητά ή επιταγή.
Σήμερα χρησιμοποιεί κάρτα, e-banking, mobile banking και άμεσες πληρωμές.
Η αλλαγή αυτή δεν ήταν μόνο τεχνολογική.
Ήταν και θεσμική.
Το κράτος έχει ενισχύσει την ηλεκτρονική οικονομία για λόγους φορολογικής διαφάνειας και περιορισμού της φοροδιαφυγής.
Και ο πολίτης έχει πλέον ισχυρό οικονομικό κίνητρο να πραγματοποιεί ηλεκτρονικές συναλλαγές.
Για τα φορολογικά έτη έως και το 2026, για παράδειγμα, εφαρμόζεται ο κανόνας των απαιτούμενων ηλεκτρονικών δαπανών, ενώ η μη κάλυψη του απαιτούμενου ποσού μπορεί να οδηγήσει σε πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση με συντελεστή 22% στη διαφορά.
Παράλληλα, η χρήση των ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής έχει γίνει τόσο διαδεδομένη ώστε η τραπεζική υποδομή είναι πλέον μέρος της καθημερινής οικονομικής ζωής.
Και εδώ γεννιέται ένα δύσκολο ερώτημα
Αν το κράτος θέλει ο πολίτης να χρησιμοποιεί ηλεκτρονικά μέσα για λόγους διαφάνειας...
Αν ο μισθός μπαίνει στην τράπεζα...
Αν η σύνταξη μπαίνει στην τράπεζα...
Αν οι λογαριασμοί πληρώνονται από την τράπεζα...
Αν οι φορολογικές υποχρεώσεις και οι ηλεκτρονικές συναλλαγές συνδέονται όλο και περισσότερο με τραπεζικά μέσα...
πόσο πρέπει να κοστίζει στον πολίτη η πρόσβαση σε αυτή την υποδομή;
Δεν είναι απαραίτητα ερώτημα κατά των τραπεζών.
Είναι ερώτημα για το οικονομικό κόστος της ψηφιακής οικονομίας.
Γιατί η τράπεζα δεν είναι πλέον πολυτέλεια.
Για μεγάλο μέρος του πληθυσμού είναι υποδομή.
Πληρώνουμε για να έχουμε τα χρήματά μας στην τράπεζα;
Εδώ χρειάζεται ακόμη περισσότερη προσοχή.
Δεν είναι σωστό να λέμε ότι ο πολίτης πληρώνει την τράπεζα «για να ασφαλίζει τις καταθέσεις του».
Η προστασία των καταθέσεων είναι διαφορετικό θεσμικό ζήτημα.
Το ερώτημα αφορά τις χρεώσεις λογαριασμών και τραπεζικών υπηρεσιών.
Λογαριασμός.
Κάρτα.
Μεταφορά.
Έμβασμα.
Ανάληψη.
Υπηρεσίες πακέτου.
Άλλες συναλλαγές.
Το 2025 το κράτος παρενέβη σε ορισμένες από αυτές τις χρεώσεις. Για παράδειγμα, θεσπίστηκε όριο 0,50 ευρώ για συγκεκριμένες εξερχόμενες και εισερχόμενες μεταφορές μεταξύ ελληνικών τραπεζών μέσω ψηφιακών δικτύων για ποσά έως 5.000 ευρώ ημερησίως, ενώ θεσπίστηκε επίσης ανώτατη χρέωση 1,50 ευρώ για ορισμένες αναλήψεις από ΑΤΜ τρίτων παρόχων.
Η ίδια η ανάγκη κρατικής παρέμβασης δείχνει ότι οι προμήθειες αποτελούν πλέον σημαντικό κομμάτι της συζήτησης για την τραπεζική σχέση.
Και το ερώτημα παραμένει:
Αν η χρήση της τράπεζας είναι πλέον ουσιαστικά αναγκαία για τη συμμετοχή στην οικονομική ζωή, πόσο πρέπει να πληρώνει ο πολίτης για αυτή την πρόσβαση;
Τι σημαίνει «ασφαλή χρήματα στην τράπεζα»;
Υπάρχει και μία ακόμη μεγάλη αλλαγή.
Για πολλές προηγούμενες γενιές, το να έχει κάποιος χρήματα στην τράπεζα σήμαινε σχεδόν αυτονόητα:
ασφάλεια + τόκος.
Σήμερα το πρώτο και το δεύτερο δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Οι καταθέσεις προστατεύονται θεσμικά μέχρι συγκεκριμένο όριο, αλλά ο καταθέτης δεν πρέπει να συγχέει την προστασία της κατάθεσης με την απόδοση της κατάθεσης.
Και η απόδοση έχει πέσει θεαματικά.
Τον Ιούλιο του 2026, το μέσο επιτόκιο overnight καταθέσεων των νοικοκυριών ήταν 0,03%.
Σε €10.000, αυτό αντιστοιχεί σε μόλις περίπου €3 μικτούς τόκους τον χρόνο, πριν από φόρους.
Η εικόνα αλλάζει αν τοποθετηθούν χρήματα σε προϊόν με συγκεκριμένη διάρκεια και διαφορετικούς όρους — γι’ αυτό και το 0,03% δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως «το επιτόκιο όλων των καταθέσεων».
Αλλά η βασική εικόνα είναι ξεκάθαρη:
η απλή παραμονή χρημάτων σε έναν λογαριασμό όψεως δεν αποδίδει πλέον σχεδόν τίποτα.
Η τράπεζα όμως εξακολουθεί να χρειάζεται τις καταθέσεις
Και εδώ υπάρχει μια σημαντική πλευρά που συχνά χάνεται.
Οι τράπεζες δεν είναι απλώς «θησαυροφυλάκια».
Οι καταθέσεις αποτελούν μέρος της χρηματοδοτικής βάσης του τραπεζικού συστήματος.
Οι τράπεζες συγκεντρώνουν καταθέσεις και διοχετεύουν χρηματοδότηση στην οικονομία, μέσα στο πλαίσιο των κανόνων κεφαλαιακής επάρκειας, ρευστότητας και εποπτείας.
Άρα η σχέση δεν είναι μονοσήμαντη.
Ο πολίτης χρειάζεται την τράπεζα.
Η τράπεζα χρειάζεται καταθέσεις.
Η επιχείρηση χρειάζεται χρηματοδότηση.
Το κράτος χρειάζεται ένα λειτουργικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Και η οικονομία χρειάζεται όλα αυτά να λειτουργούν μαζί.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι λοιπόν αν «χρειαζόμαστε τις τράπεζες».
Τις χρειαζόμαστε.
Το ερώτημα είναι:
με ποιους όρους λειτουργεί αυτή η σχέση;
0,03% για την κατάθεση, 4,67% για το νέο δάνειο
Οι σημερινοί αριθμοί δείχνουν μια μεγάλη απόσταση.
Τον Ιούλιο του 2026:
νέα καταναλωτικά/στεγαστικά/λοιπά δάνεια στο σύνολο: 4,67% μέσο επιτόκιο,
overnight καταθέσεις νοικοκυριών: 0,03%,
καταθέσεις νοικοκυριών έως ένα έτος: 1,24%,
καταναλωτικά χωρίς καθορισμένη διάρκεια: 14,55%.
Η Τράπεζα της Ελλάδος υπολόγισε το περιθώριο μεταξύ του μέσου επιτοκίου νέων καταθέσεων και νέων δανείων στις 4,28 ποσοστιαίες μονάδες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η διαφορά αυτή είναι «καθαρό κέρδος» της τράπεζας.
Μέσα σε αυτή βρίσκονται πιστωτικός κίνδυνος, λειτουργικά έξοδα, κεφαλαιακές απαιτήσεις, προβλέψεις, κόστος χρηματοδότησης και πολλά ακόμη.
Αλλά δείχνει κάτι πολύ συγκεκριμένο:
η τιμή του χρήματος δεν είναι ίδια για εκείνον που το καταθέτει και για εκείνον που το δανείζεται.
Η τράπεζα του 1980 και η τράπεζα του 2026
Η σύγκριση είναι σχεδόν σοκαριστική.
1980
Ο πελάτης:
είχε βιβλιάριο,
πήγαινε στο κατάστημα,
χρησιμοποιούσε μετρητά,
αντιμετώπιζε ένα πολύ πιο ρυθμιζόμενο τραπεζικό σύστημα,
βρισκόταν μέσα σε ένα περιβάλλον δραχμής και υψηλών επιτοκίων.
2000
Ο πελάτης:
είχε ευρώ,
είχε πολύ ευκολότερη πρόσβαση σε δανεισμό,
χρησιμοποιούσε πιστωτικές κάρτες,
αγόραζε σπίτι με στεγαστικό,
μπορούσε να καταναλώσει σήμερα εισόδημα του αύριο.
2015
Ο πελάτης:
γνώρισε τα capital controls,
έμαθε τι σημαίνει περιορισμός στην κίνηση χρημάτων,
είδε την τραπεζική κρίση να γίνεται προσωπική εμπειρία.
2026
Ο πελάτης:
έχει εφαρμογή αντί για βιβλιάριο,
κάρτα αντί για μετρητά,
IRIS αντί για αρκετές παραδοσιακές μεταφορές,
ψηφιακές πληρωμές,
πολύ χαμηλές αποδόσεις στις απλές καταθέσεις,
και ένα τραπεζικό σύστημα πολύ πιο συγκεντρωμένο και διαφορετικό από εκείνο των προηγούμενων δεκαετιών.
Και το κράτος; Από αφεντικό σε ρυθμιστή
Ίσως αυτή να είναι η πιο ενδιαφέρουσα αλλαγή όλων.
Το κράτος δεν έχει εξαφανιστεί από την τραπεζική σχέση.
Απλώς άλλαξε ρόλο.
Στη δεκαετία του ’80 είχε πολύ μεγαλύτερη άμεση επιρροή στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Με την απελευθέρωση των αγορών, τον ανταγωνισμό και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, ο ρόλος μετακινήθηκε.
Και μετά την κρίση, το κράτος επέστρεψε με διαφορετικό τρόπο:
ανακεφαλαιοποιήσεις,
ΤΧΣ,
θεσμικό πλαίσιο για κόκκινα δάνεια,
δευτερογενής αγορά δανείων,
ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί,
εξωδικαστικός μηχανισμός,
φορολογικά κίνητρα και υποχρεώσεις για ηλεκτρονικές συναλλαγές.
Άρα το κράτος δεν είναι πλέον «ο ιδιοκτήτης της τράπεζας» με την παλιά έννοια.
Είναι όμως ένας από τους βασικούς αρχιτέκτονες του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο ο πολίτης συναλλάσσεται με την τράπεζα.
Και αυτό γεννά ένα ακόμη ερώτημα:
Αν το κράτος ζητά από τον πολίτη να χρησιμοποιεί όλο και περισσότερο το τραπεζικό σύστημα, έχει ταυτόχρονα ευθύνη να διασφαλίζει ότι η πρόσβαση σε αυτό παραμένει οικονομικά λογική;
45 χρόνια μετά, τι πραγματικά άλλαξε;
Άλλαξε σχεδόν το παν.
Από τη δραχμή στο ευρώ.
Από το βιβλιάριο στο application.
Από τα μετρητά στην κάρτα.
Από το κρατικά ρυθμιζόμενο τραπεζικό περιβάλλον στην απελευθερωμένη αγορά.
Από την πιστωτική επέκταση στα κόκκινα δάνεια.
Από την τράπεζα στον servicer.
Από τον υπάλληλο του καταστήματος στον αλγόριθμο της εφαρμογής.
Και από την εποχή όπου η αποταμίευση μπορούσε να αποφέρει σημαντικό τόκο, σε μια εποχή όπου ο απλός λογαριασμός μπορεί να αποδίδει σχεδόν μηδενικά.
Αλλά υπάρχει κάτι που δεν άλλαξε.
Ο πολίτης εξακολουθεί να χρειάζεται την τράπεζα.
Και ίσως σήμερα να την χρειάζεται περισσότερο από ποτέ.
Για να πληρωθεί.
Για να πληρώσει.
Για να δανειστεί.
Για να αγοράσει.
Για να αποδείξει συναλλαγές.
Για να συμμετέχει στην ηλεκτρονική οικονομία.
Για να ρυθμίσει χρέη.
Για να διαχειριστεί την περιουσία του.
Από το 23% στο 0,03% — αλλά η πραγματική ιστορία είναι μεγαλύτερη
Το 23% και το 0,03% είναι δύο αριθμοί που τραβούν αμέσως το βλέμμα.
Δεν συγκρίνουν το ίδιο τραπεζικό προϊόν.
Αποτυπώνουν όμως δύο εντελώς διαφορετικές εποχές.
Στη μία, το χρήμα ήταν ακριβό, η οικονομία λειτουργούσε με δραχμή, το κράτος είχε πολύ μεγαλύτερο ρόλο και το τραπεζικό σύστημα ήταν περισσότερο ρυθμιζόμενο.
Στην άλλη, το χρήμα είναι ψηφιακό, οι αγορές είναι απελευθερωμένες, το ευρώ έχει αντικαταστήσει τη δραχμή, οι τράπεζες λειτουργούν μέσα στο ευρωπαϊκό εποπτικό πλαίσιο και η σχέση του πολίτη με την τράπεζα έχει μεταφερθεί σε μεγάλο βαθμό στην οθόνη.
Μόνο που η αλλαγή δεν ήταν γραμμική.
Περάσαμε από την απελευθέρωση στην πιστωτική επέκταση.
Από την επέκταση στην κρίση.
Από την κρίση στις ανακεφαλαιοποιήσεις.
Από τα κόκκινα δάνεια στα funds και τους servicers.
Και από τα μετρητά στην ηλεκτρονική οικονομία.
Η ιστορία των ελληνικών τραπεζών από το 1980 μέχρι σήμερα είναι, τελικά, και η ιστορία μιας χώρας που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο κερδίζει, δανείζεται, αποταμιεύει και ξοδεύει το χρήμα της.
Και ίσως το μεγαλύτερο ερώτημα για την επόμενη δεκαετία να μην είναι αν θα συνεχίσουμε να χρησιμοποιούμε τις τράπεζες.
Αυτό έχει ήδη κριθεί.
Το ερώτημα είναι άλλο:
Όταν η τράπεζα γίνεται ολοένα και πιο απαραίτητη για την καθημερινή ζωή, ποια πρέπει να είναι η δίκαιη σχέση ανάμεσα στον πολίτη, την τράπεζα και το κράτος;
Γιατί πριν από 45 χρόνια ο Έλληνας πήγαινε στην τράπεζα.
Σήμερα, σε μεγάλο βαθμό, η οικονομική του ζωή περνά μέσα από αυτήν.
Και αυτή ίσως είναι η μεγαλύτερη αλλαγή από όλες.
Μείνετε μπροστά στις εξελίξεις — κάντε Like στο Facebook
Από το newsroom
Γράφει O Θέογνις Αιγίσιος
-Posted by Anexartitos.Ta.Neα
Αν θέλετε να μαθαίνετε παράλληλα όσα σημαντικά διαδραματίζονται στα ελληνικά και ξένα media κάντε like στην σελίδα στο Facebook πατώντας εδώ.click here
Δημοσίευση σχολίου
.Τα σχόλια υπάρχουν για να συνεισφέρουν οι αναγνώστες στο διάλογο.
. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του.
. Αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές.
. Συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και greeklish αφαιρούνται όπου εντοπίζονται.
. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές και μόνον αυτούς.
. Η ταυτότητα των σχολιαστών είναι γνωστή μόνο στην Google.
. Όποιος θίγεται μπορεί να επικοινωνεί στο email μας.
. Περισσότερα στους όρους χρήσης.. Ευχαριστούμε για την κατανόησή σας.














Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου