Full width home advertisement

Travel the world

Climb the mountains

Post Page Advertisement [Top]


 

  Η κληρονομιά της κρίσης: Από τα Πετράλωνα και την Πλάκα στο Ηράκλειο – Δύο ημέρες, δύο καταρρεύσεις και ένα μεγαλύτερο ερώτημα...

 

 Τέμπη, Μάτι, εργατικά δυστυχήματα, υποδομές, δημόσια κτίρια και τώρα παλιά κτίσματα και μπαλκόνια: Μετά από χρόνια διαδοχικών κρίσεων, πόσο μπορεί μια κοινωνία να αναβάλλει τη συντήρηση, την πρόληψη και την ασφάλεια πριν το κόστος γίνει πολύ μεγαλύτερο;

 

Υπάρχουν ειδήσεις που διαρκούν λίγες ώρες.

Ένα παλιό κτίριο καταρρέει. Ένα μπαλκόνι αποκολλάται. Ένα κομμάτι από γείσο πέφτει στον δρόμο. Ένα εργοτάξιο δημιουργεί πρόβλημα σε ένα διπλανό κτίσμα. Ένα νοσοκομείο πλημμυρίζει. Ένα ατύχημα σε έναν χώρο εργασίας καταλήγει σε θάνατο.

Για λίγες ώρες, η εικόνα κυριαρχεί στην επικαιρότητα.

Μετά έρχεται η επόμενη είδηση.

Όμως πίσω από κάθε τέτοιο περιστατικό υπάρχει ένα ερώτημα που είναι πολύ μεγαλύτερο από το ίδιο το περιστατικό: πόσο ανθεκτική είναι σήμερα η Ελλάδα απέναντι στη φθορά, στην αναβολή και στην ανάγκη για πρόληψη;

Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο δύσκολο όταν κοιτάξει κανείς την τελευταία δεκαπενταετία.

Οικονομική κρίση, δημοσιονομική προσαρμογή, περιορισμός εισοδημάτων, πανδημία, ενεργειακή κρίση, πληθωρισμός, αυξημένο κόστος στέγασης, καύσιμα, επιτόκια, φυσικές καταστροφές και συνεχείς ανάγκες χρηματοδότησης.

Δεν σημαίνει ότι όλα αυτά συνδέονται μηχανικά με κάθε ατύχημα.

Δεν σημαίνει ότι μια παλιά πολυκατοικία πέφτει επειδή προηγήθηκε η οικονομική κρίση. Δεν σημαίνει ότι ένα εργατικό δυστύχημα οφείλεται αυτομάτως στην έλλειψη χρημάτων. Δεν σημαίνει ότι μια πυρκαγιά ή μια σιδηροδρομική τραγωδία έχει μία και μοναδική αιτία.

Σημαίνει κάτι πιο σύνθετο:

 

Αν μια κοινωνία περάσει πολλά χρόνια καταναλώνοντας το μεγαλύτερο μέρος των διαθέσιμων πόρων της για να αντιμετωπίσει το επείγον, τι συμβαίνει με όλα εκείνα που δεν φαίνονται επειδή δεν έγιναν;

Τη συντήρηση που αναβλήθηκε.

Τον έλεγχο που μετατέθηκε.

Την επισκευή που θεωρήθηκε «για αργότερα».

Την αποταμίευση που δεν έγινε ποτέ.

Την ανακαίνιση που δεν μπορούσε να πληρωθεί.

Τον εξοπλισμό που αντικαταστάθηκε αργότερα.

Την πρόληψη που είναι δύσκολο να μετρηθεί, επειδή όταν λειτουργεί σωστά δεν συμβαίνει τίποτα.

Και ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο δύσκολες όψεις της κρίσης:

Η κρίση δεν φαίνεται μόνο σε αυτά που ο πολίτης δεν μπορεί να αγοράσει. Φαίνεται και σε αυτά που αναγκάζεται να αναβάλει.

 

 

Πετράλωνα: όταν ένα σπίτι γίνεται μέσα σε λίγα λεπτά σωρός από μπάζα

Στις 30 Ιουνίου 2026, στα Πετράλωνα, μια τετραώροφη πολυκατοικία στην οδό Αλκμήνης κατέρρευσε μέσα σε λίγα λεπτά.

Το κτίριο είχε επτά διαμερίσματα και η κατάρρευση σημειώθηκε ενώ στο γειτονικό οικόπεδο βρίσκονταν σε εξέλιξη οικοδομικές εργασίες. Οι ένοικοι ευτυχώς πρόλαβαν να απομακρυνθούν και δεν υπήρξαν νεκροί.

Ακριβώς επειδή δεν υπήρξε απώλεια ανθρώπινης ζωής, το περιστατικό θα μπορούσε εύκολα να περάσει στην κατηγορία των «παρ' ολίγον τραγωδιών».

Όμως δεν είναι μόνο αυτό.

Οι έρευνες στράφηκαν στις εργασίες στο γειτονικό οικόπεδο, στα μέτρα αντιστήριξης, στις εκσκαφές, στα θεμέλια και στην κατάσταση του παλαιού κτιρίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν, το κτίριο είχε κατασκευαστεί το 1956.

Και εδώ βρίσκεται μία κρίσιμη διάκριση.

Τα Πετράλωνα δεν αποτελούν απόδειξη ότι η κατάρρευση προκλήθηκε από χρόνια οικονομικής κρίσης ή από έλλειψη συντήρησης. Αυτό θα ήταν αυθαίρετο συμπέρασμα.

Αποτελούν όμως ένα πραγματικό παράδειγμα του πόσο ευάλωτη μπορεί να γίνει μία παλιά κατασκευή όταν γύρω της αλλάζουν οι συνθήκες, όταν πραγματοποιούνται νέες εργασίες και όταν τίθεται ζήτημα προστασίας της στατικότητας ενός υφιστάμενου κτιρίου.

Η τετραώροφη πολυκατοικία στα Πετράλωνα δεν έπεσε επειδή κάποιος απλώς «ξέχασε να τη βάψει».

Το περιστατικό ήταν πολύ πιο σύνθετο.

Και ακριβώς γι' αυτό είναι χρήσιμο για τη συζήτηση που θέλουμε να ανοίξουμε.

Γιατί δείχνει ότι η ασφάλεια ενός κτιρίου δεν είναι μία στατική έννοια.

Εξαρτάται από την ηλικία του, την κατάσταση των υλικών του, τις εργασίες που γίνονται γύρω του, τις μελέτες, τις άδειες, τις τεχνικές προδιαγραφές, την επίβλεψη και τελικά από το αν υπάρχει ένα σύστημα που προλαβαίνει την αστοχία αντί να τη διαπιστώνει αφού συμβεί.

Και όταν ένα κτίριο έχει περάσει δεκαετίες χωρίς ουσιαστική αναβάθμιση, το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο δύσκολο.

Πόσο κοστίζει η πρόληψη και πόσο κοστίζει η απουσία της;

 

Πλάκα: δύο μήνες μετά, μία άλλη εικόνα της ίδιας μεγάλης συζήτησης

Στις 25 Σεπτεμβρίου 2026, η εικόνα μεταφέρθηκε στην Πλάκα.

Στην οδό Λυσικράτους σημειώθηκε ισχυρή έκρηξη σε παλαιό κτίριο, με αποτέλεσμα την κατάρρευσή του. Η Πυροσβεστική κινητοποιήθηκε με μεγάλη δύναμη και οι έρευνες συνεχίστηκαν στα συντρίμμια. Οι αρχές διερευνούν τα αίτια της έκρηξης και της κατάρρευσης.

Οι πρώτες πληροφορίες έκαναν λόγο για τραυματισμούς και εγκλωβισμούς, ενώ στη συνέχεια η επιχείρηση διάσωσης πήρε δραματική τροπή, με ανθρώπους να ανασύρονται από τα ερείπια.

Εδώ, και πάλι, χρειάζεται προσοχή.

Δεν μπορεί να ειπωθεί πριν ολοκληρωθεί η διερεύνηση ότι η κατάρρευση οφειλόταν στη συντήρηση του κτιρίου.

Η έκρηξη αποτελεί κομβικό στοιχείο του περιστατικού και τα αίτια πρέπει να διερευνηθούν.

Αλλά υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να αγνοηθεί:

Η Ελλάδα διαθέτει έναν τεράστιο αριθμό παλαιών κτιρίων.

Κάποια είναι κατοικημένα.

Κάποια χρησιμοποιούνται επαγγελματικά.

Κάποια είναι εγκαταλελειμμένα.

Κάποια διατηρούνται.

Κάποια όχι.

Και κάποια βρίσκονται σε ιστορικά κέντρα πόλεων, όπου η παλαιότητα, η χρήση, η υγρασία, οι επεμβάσεις και οι ανάγκες προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς δημιουργούν ένα ιδιαίτερα σύνθετο περιβάλλον.

Η Πλάκα, λοιπόν, δεν χρειάζεται να χρησιμοποιηθεί ως «απόδειξη» μιας θεωρίας.

Αρκεί ως υπενθύμιση.

Ότι τα κτίρια γερνούν. Και ότι η ηλικία από μόνη της δεν είναι πρόβλημα, εφόσον υπάρχει έλεγχος, συντήρηση και σωστή χρήση.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν η φθορά γίνεται κανονικότητα.

 

 

Και δύο ημέρες αργότερα, στο Ηράκλειο

Στις 27 Σεπτεμβρίου, ένα τμήμα μπαλκονιού από τον τέταρτο όροφο κτιρίου στην οδό Μελισσινών στο Ηράκλειο αποκολλήθηκε και έπεσε στον δρόμο.

Τα τμήματα του μπαλκονιού κατέληξαν πάνω σε σταθμευμένο δίκυκλο.

Δεν υπήρξε τραυματισμός.

Η διαφορά από μία τραγωδία μπορεί να ήταν μερικά δευτερόλεπτα.

Ένας πεζός θα μπορούσε να περνά.

Ένα αυτοκίνητο θα μπορούσε να βρίσκεται ακριβώς από κάτω.

Ένας άνθρωπος θα μπορούσε να έχει σταματήσει στο σημείο.

Δεν συνέβη.

Αυτό είναι το καλό νέο.

Το κακό είναι ότι η εικόνα επανέφερε το ίδιο ερώτημα: τι γίνεται με την ασφάλεια των παλαιών κατασκευών και πόσο συστηματικά ελέγχεται η κατάστασή τους;

Και μάλιστα, σύμφωνα με δημοσιεύματα, την ίδια ημέρα σημειώθηκε και δεύτερο περιστατικό αποκόλλησης τμήματος γείσου κτιρίου στο Ηράκλειο, επίσης χωρίς τραυματισμό.

Δύο περιστατικά.

Χωρίς νεκρούς.

Αυτό όμως δεν σημαίνει χωρίς κόστος.

Υπάρχει υλική ζημιά.

Υπάρχει φόβος.

Υπάρχει κινητοποίηση υπηρεσιών.

Υπάρχει η ανάγκη ελέγχου.

Και υπάρχει κάτι ακόμη: η αίσθηση ότι η ασφάλεια στον δημόσιο χώρο δεν μπορεί να βασίζεται στην τύχη.

 

 


Το κοινό σημείο δεν είναι η αιτία. Είναι το ερώτημα.

Εδώ πρέπει να γίνει μία σημαντική διευκρίνιση.

Δεν μπορούμε να βάλουμε στην ίδια κατηγορία τα Πετράλωνα, την Πλάκα, το Ηράκλειο, τα Τέμπη, το Μάτι και ένα εργατικό δυστύχημα και να πούμε ότι «όλα έγιναν επειδή δεν έγινε συντήρηση».

Αυτό δεν είναι δημοσιογραφία.

Είναι υπεραπλούστευση.

Τα αίτια είναι διαφορετικά.

Οι συνθήκες είναι διαφορετικές.

Οι ευθύνες είναι διαφορετικές.

Οι θεσμοί που εμπλέκονται είναι διαφορετικοί.

Αυτό που μπορεί να εξεταστεί είναι κάτι άλλο:

Σε πόσα διαφορετικά επίπεδα της ελληνικής κοινωνίας η πρόληψη, η συντήρηση, ο έλεγχος και η ασφάλεια ανταγωνίζονται πλέον άλλες, πιο άμεσες ανάγκες;

Και αυτή η ερώτηση αφορά και το κράτος και τον πολίτη.

 

 

Τέμπη: όταν η ασφάλεια γίνεται ζήτημα συστήματος

Στα Τέμπη, το 2023, 57 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους.

Η τραγωδία δεν μπορεί να περιγραφεί ως ένα απλό πρόβλημα «συντήρησης».

Το πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ για το δυστύχημα περιγράφει μία αλληλουχία παραγόντων και αστοχιών, με προβλήματα στην οργάνωση, στη λειτουργία και στην ασφάλεια του σιδηροδρομικού συστήματος.

Η ουσία βρίσκεται ακριβώς εδώ.

Η ασφάλεια ενός συστήματος δεν εξαρτάται από ένα μόνο εξάρτημα.

Χρειάζεται υποδομή.

Χρειάζεται εξοπλισμό.

Χρειάζεται προσωπικό.

Χρειάζεται διαδικασίες.

Χρειάζεται εκπαίδευση.

Χρειάζεται έλεγχο.

Χρειάζεται συντήρηση.

Χρειάζεται ανεξάρτητη διερεύνηση όταν κάτι πάει στραβά.

Και κυρίως χρειάζεται το σύστημα να λειτουργεί πριν από το ατύχημα.

Γιατί μετά το ατύχημα όλοι μπορούν να δουν τι έλειπε.

Το δύσκολο είναι να το δεις πριν.

Το πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ κατέγραψε σοβαρές αδυναμίες και εξέδωσε σειρά συστάσεων ασφαλείας.

Και αυτό μας επιστρέφει στην έννοια της συντήρησης.

Η συντήρηση δεν είναι μόνο να αλλάξεις ένα εξάρτημα.

Είναι η διατήρηση ενός συστήματος σε κατάσταση λειτουργίας.

Και ένα κράτος που θέλει να είναι ασφαλές πρέπει να μπορεί να πληρώνει όχι μόνο για να κατασκευάζει κάτι καινούργιο, αλλά και για να διατηρεί λειτουργικό αυτό που ήδη έχει.

 

 

Μάτι: η πρόληψη δεν είναι μόνο τεχνικό ζήτημα

Το Μάτι είναι ένα άλλο παράδειγμα όπου η συζήτηση ξεπερνά κατά πολύ τη φωτιά.

Η πυρκαγιά του 2018 άφησε πίσω της δεκάδες νεκρούς και τεράστιες καταστροφές. Οι επίσημες ανακοινώσεις εκείνων των ημερών κατέγραφαν διαρκώς την αύξηση του αριθμού των θυμάτων, ο οποίος τελικά ανήλθε σε 102.

Η τραγωδία ανέδειξε ζητήματα που αφορούν τον πολεοδομικό σχεδιασμό, την πολιτική προστασία, την εκκένωση, την επιχειρησιακή ετοιμότητα, την πρόσβαση, την ενημέρωση και τον συντονισμό.

Και εδώ πάλι πρέπει να αποφύγουμε την εύκολη εξήγηση.

Δεν μπορεί να ειπωθεί ότι «η οικονομική κρίση προκάλεσε το Μάτι».

Μπορεί όμως να εξεταστεί εάν οι μακροχρόνιες αδυναμίες σε έναν κρατικό μηχανισμό, οι συσσωρευμένες ανάγκες και η διαχείριση της πρόληψης επηρεάζουν την ανθεκτικότητα μιας χώρας.

Αυτό είναι διαφορετικό.

Και είναι πολύ πιο ενδιαφέρον ερώτημα.

Γιατί μία κοινωνία δεν κρίνεται μόνο από το πόσο γρήγορα αντιδρά όταν ξεσπάσει η καταστροφή.

Κρίνεται και από το πόσα πράγματα είχε κάνει πριν από αυτήν.

 

 

Εργασία: η ασφάλεια έχει κόστος

Η ίδια λογική υπάρχει στους χώρους εργασίας.

Σύμφωνα με την Επιθεώρηση Εργασίας, τα θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα που καταγράφηκαν ήταν 46 το 2021, 46 το 2022, 47 το 2023, 48 το 2024 και 42 το 2025, ενώ για άλλα πέντε περιστατικά του 2025 βρισκόταν σε εξέλιξη διερεύνηση.

Οι αριθμοί αυτοί δεν λένε ότι όλα τα δυστυχήματα οφείλονται σε έλλειψη συντήρησης.

Δεν το αποδεικνύουν.

Δείχνουν όμως ότι η ασφάλεια στην εργασία εξακολουθεί να είναι ένα πραγματικό και μετρήσιμο ζήτημα.

Και η ασφάλεια έχει κόστος.

Κόστος εκπαίδευσης.

Κόστος εξοπλισμού.

Κόστος ελέγχων.

Κόστος πιστοποιήσεων.

Κόστος αντικατάστασης μηχανημάτων.

Κόστος συντήρησης.

Κόστος χρόνου.

Σε μία επιχείρηση που πιέζεται οικονομικά, κάθε τέτοια δαπάνη ανταγωνίζεται άλλες ανάγκες.

Εδώ όμως υπάρχει μία θεμελιώδης διαφορά.

Η μείωση του κόστους ασφάλειας μπορεί να φαίνεται λογική μόνο μέχρι τη στιγμή που συμβαίνει το ατύχημα.

Μετά, το κόστος γίνεται πολλαπλάσιο.

 

 

Η συντήρηση είναι η δαπάνη που δεν φαίνεται

Υπάρχει μία ιδιαιτερότητα στη συντήρηση.

Όταν κάνεις τη συντήρηση, συνήθως δεν συμβαίνει τίποτα.

Και αυτό ακριβώς την κάνει εύκολη να αναβληθεί.

Αν επισκευάσεις τη στέγη, δεν θα δεις κάποια «νέα» να συμβαίνει.

Αν ελέγξεις έναν ηλεκτρικό πίνακα, πιθανότατα δεν θα συμβεί τίποτα.

Αν αλλάξεις ένα φθαρμένο εξάρτημα στο αυτοκίνητο, κανείς δεν θα σε χειροκροτήσει.

Αν επισκευάσεις ένα μπαλκόνι που έχει αρχίσει να παρουσιάζει φθορές, η μέρα θα συνεχιστεί κανονικά.

Η πρόληψη είναι αόρατη.

Το αποτέλεσμα της μη πρόληψης, όμως, μπορεί να είναι απολύτως ορατό.

Ένας δρόμος που δεν συντηρήθηκε.

Ένα κτίριο που δεν επισκευάστηκε.

Ένα μηχάνημα που συνέχισε να λειτουργεί.

Ένα όχημα που έμεινε με φθαρμένα εξαρτήματα.

Ένας αγωγός που δεν αντικαταστάθηκε.

Ένα σχολείο που χρειάζεται επισκευές.

Ένα νοσοκομείο που λειτουργεί με υποδομές οι οποίες χρειάζονται συνεχή φροντίδα.

Η πραγματική ερώτηση, επομένως, δεν είναι:

«Πόσο κοστίζει η συντήρηση;»

Είναι:

«Πόσο κοστίζει η μη συντήρηση;»

 

 

Και μετά υπάρχει ο πολίτης

Μέχρι εδώ μιλάμε για το κράτος, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς.

Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά.

Ο ιδιοκτήτης.

Ο οδηγός.

Ο οικογενειάρχης.

Ο μικρός επαγγελματίας.

Ο άνθρωπος που έχει ένα παλιό σπίτι.

Και εδώ η εικόνα γίνεται πολύ πιο προσωπική.

Ας υποθέσουμε έναν εργαζόμενο που διαθέτει περίπου 1.000 ευρώ τον μήνα.

Πρώτα θα πληρώσει το ενοίκιο ή τη στεγαστική του υποχρέωση.

Μετά το ρεύμα.

Το νερό.

Το σούπερ μάρκετ.

Τα καύσιμα.

Το τηλέφωνο.

Την ασφάλιση.

Τους φόρους.

Τα παιδιά.

Τις καθημερινές ανάγκες.

Και μετά;

Μετά έρχεται η βλάβη.

Το αυτοκίνητο.

Ο θερμοσίφωνας.

Η στέγη.

Τα υδραυλικά.

Η ηλεκτρολογική εγκατάσταση.

Η μόνωση.

Η επισκευή ενός παλιού ακινήτου.

Η ασφάλιση του σπιτιού.

Η συντήρηση του οικοπέδου.

Η αποταμίευση.

Κάπου εκεί το διαθέσιμο εισόδημα τελειώνει.

Δεν χρειάζεται ο άνθρωπος να είναι «φτωχός» για να συμβεί αυτό.

Αρκεί να μην έχει αρκετό περιθώριο.

Και το περιθώριο είναι ίσως η πιο σημαντική οικονομική λέξη της τελευταίας δεκαπενταετίας.

Γιατί η ανθεκτικότητα δεν μετριέται μόνο από το αν κάποιος έχει εισόδημα.

Μετριέται από το τι του μένει αφού πληρώσει τα απαραίτητα.

 

 


 

Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν πού πηγαίνουν τα χρήματα

Η Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025 δίνει μία πολύ χαρακτηριστική εικόνα.

Η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών διαμορφώθηκε στα 1.820,20 ευρώ, έναντι 1.724,54 ευρώ το 2024.

Από αυτή τη δαπάνη:

  • 20,4% αφορούσε είδη διατροφής και μη οινοπνευματώδη ποτά,

  • 14,7% στέγαση,

  • 13,6% μεταφορές,

  • 7,6% υγεία,

  • 4,4% διαρκή αγαθά,

  • 2% ασφάλειες και χρηματοοικονομικές υπηρεσίες.

Τα στοιχεία δεν λένε ότι κάθε οικογένεια βρίσκεται στην ίδια κατάσταση.

Δεν υπάρχει μία «μέση ελληνική οικογένεια» που να περιγράφει όλους τους ανθρώπους.

Υπάρχει όμως μία σαφής εικόνα:

Μεγάλο μέρος του οικογενειακού εισοδήματος απορροφάται από ανάγκες που δύσκολα μπορούν να αναβληθούν.

Το φαγητό δεν αναβάλλεται.

Η στέγαση δύσκολα αναβάλλεται.

Η μετακίνηση για δουλειά συχνά δεν αναβάλλεται.

Η υγεία δεν αναβάλλεται.

Αυτό που μπορεί να αναβληθεί είναι η επισκευή.

Η συντήρηση.

Η ανακαίνιση.

Η ασφάλιση που θεωρείται «ακριβή».

Η αλλαγή του παλιού εξοπλισμού.

Η ενεργειακή αναβάθμιση.

Η αποταμίευση.

Και εκεί αρχίζει η αλυσίδα.

 

 

Το αυτοκίνητο είναι ίσως το πιο απλό παράδειγμα

Υπάρχει ένα καθημερινό παράδειγμα που δεν χρειάζεται οικονομολόγο για να το καταλάβει κανείς.

Το αυτοκίνητο.

Όταν χρειάζεται ανταλλακτικό, ο ιδιοκτήτης θα ψάξει.

Γνήσιο ανταλλακτικό;

Ακριβό.

Aftermarket;

Φθηνότερο.

Μεταχειρισμένο;

Ακόμη φθηνότερο.

Αν όμως και το φθηνότερο ανταλλακτικό κοστίζει πολύ σε σχέση με τα χρήματα που υπάρχουν διαθέσιμα, τότε υπάρχει και μία τέταρτη επιλογή:

«Θα το φτιάξω αργότερα.»

Και το «αργότερα» μπορεί να γίνει εβδομάδα.

Μετά μήνας.

Μετά χρόνος.

Δεν σημαίνει ότι όλοι οι οδηγοί κάνουν αυτό.

Δεν σημαίνει ότι κάθε φθηνό ανταλλακτικό είναι κακής ποιότητας.

Δεν σημαίνει ότι κάθε καθυστέρηση επισκευής οδηγεί σε ατύχημα.

Αλλά το οικονομικό κίνητρο είναι υπαρκτό.

Όταν το διαθέσιμο εισόδημα είναι περιορισμένο, ο άνθρωπος ιεραρχεί.

Και η συντήρηση ανταγωνίζεται την επιβίωση.

 

 

Το ίδιο συμβαίνει με το σπίτι

Ένα σπίτι μπορεί να έχει μεγάλη αξία στα χαρτιά και ελάχιστη διαθέσιμη οικονομική αξία στην καθημερινότητα.

Αυτό είναι ένα από τα παράδοξα της Ελλάδας.

Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει ένα σπίτι.

Ένα παλιό σπίτι.

Ένα χωράφι.

Ένα οικόπεδο.

Ένα δεύτερο ακίνητο.

Αλλά το γεγονός ότι υπάρχει περιουσία δεν σημαίνει ότι υπάρχει και ρευστότητα.

Το ακίνητο θέλει συντήρηση.

Θέλει φόρους.

Θέλει ασφάλιση.

Θέλει επισκευές.

Θέλει καθαρισμό οικοπέδου όπου απαιτείται.

Θέλει ηλεκτρολογικά.

Θέλει υδραυλικά.

Θέλει στέγη.

Θέλει μόνωση.

Θέλει ενδεχομένως ενεργειακή αναβάθμιση.

Και όταν πρόκειται για ένα πολύ παλιό ακίνητο, το κόστος μπορεί να είναι μεγαλύτερο από την οικονομική δυνατότητα του ιδιοκτήτη.

Έτσι δημιουργείται μία παράδοξη κατάσταση:

Έχεις περιουσία, αλλά δεν έχεις τη δυνατότητα να τη συντηρήσεις.

Η περιουσία υπάρχει στα χαρτιά.

Η δυνατότητα αξιοποίησής της όμως όχι.

Και τότε η «ιδιοκτησία» μπορεί να μετατραπεί σε μία ακόμη οικονομική υποχρέωση.

 

 

 

Η κρίση δεν τελείωσε όταν σταμάτησαν τα μνημόνια

Αυτό είναι ίσως ένα από τα μεγαλύτερα λάθη όταν μιλάμε για την ελληνική κρίση.

Να θεωρούμε ότι η κρίση ήταν μία συγκεκριμένη περίοδος και μετά τελείωσε.

Για τον πολίτη, η οικονομική κρίση δεν ήταν μόνο τα μνημόνια.

Ήταν η απώλεια εισοδήματος.

Ήταν η ανεργία.

Ήταν η μείωση της κατανάλωσης.

Ήταν η αβεβαιότητα.

Ήταν η δυσκολία πρόσβασης σε χρηματοδότηση.

Ήταν η μείωση της αποταμίευσης.

Και όταν κάποια από αυτά άρχισαν να βελτιώνονται, ήρθαν νέες κρίσεις.

Η πανδημία.

Η ενεργειακή κρίση.

Ο πληθωρισμός.

Η μεγάλη αύξηση του κόστους στέγασης.

Τα ακριβότερα καύσιμα.

Τα υψηλότερα επιτόκια.

Η γεωπολιτική αβεβαιότητα.

Δεν πρόκειται για μία ενιαία κρίση.

Πρόκειται για διαδοχικά σοκ.

Και κάθε σοκ καταναλώνει μέρος του αποθέματος που έχει μία οικογένεια, μία επιχείρηση ή ένα κράτος.

 

 

Το καύσιμο ως καθρέφτης

Υπάρχει ένας απλός τρόπος να δει κανείς την οικονομική πίεση.

Να κοιτάξει το ρεζερβουάρ.

Όταν η τιμή της βενζίνης ανεβαίνει, ο οδηγός μπορεί να κάνει λιγότερα χιλιόμετρα.

Να περιορίσει τις μετακινήσεις.

Να συνδυάσει διαδρομές.

Να αφήσει το αυτοκίνητο περισσότερο.

Να μετακινείται μόνο όταν είναι απολύτως απαραίτητο.

Το 2026, τα έσοδα από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στα καύσιμα για το πρώτο οκτάμηνο διαμορφώθηκαν στα 2,62 δισ. ευρώ, έναντι 2,82 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Η εξέλιξη συνδέθηκε με χαμηλότερη κατανάλωση και περιορισμό των μετακινήσεων, ενώ την ίδια περίοδο οι τιμές καυσίμων παρέμεναν υπό πίεση.

Δεν μπορεί κανείς να πει ότι η πτώση των φορολογικών εσόδων αποδεικνύει από μόνη της ότι «οι Έλληνες δεν έχουν χρήματα».

Η κατανάλωση επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες.

Μπορεί όμως να αποτελέσει έναν δείκτη συμπεριφοράς.

Και η συμπεριφορά λέει πολλά.

Δεν χρειάζεται να ρωτήσεις έναν άνθρωπο αν δυσκολεύεται οικονομικά. Μπορείς να κοιτάξεις πόσο συχνά χρησιμοποιεί το αυτοκίνητό του.

 

 

Και κάπου εδώ εμφανίζεται η αποταμίευση

Για δεκαετίες, η τραπεζική κατάθεση αποτελούσε ένα από τα βασικά εργαλεία αποταμίευσης.

Ο πολίτης έβαζε χρήματα στην τράπεζα.

Η τράπεζα χρησιμοποιούσε τα κεφάλαια στο πλαίσιο της λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος.

Και ο καταθέτης λάμβανε τόκο.

Σήμερα η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος για τον Ιούλιο του 2026, το μέσο επιτόκιο των καταθέσεων μίας ημέρας των νοικοκυριών ήταν μόλις 0,03%.

Για νέες καταθέσεις νοικοκυριών με συμφωνημένη διάρκεια έως ένα έτος, το μέσο επιτόκιο ήταν 1,24%.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν προϊόντα με υψηλότερες αποδόσεις.

Σημαίνει όμως ότι η απλή τραπεζική κατάθεση δεν προσφέρει πλέον την ίδια ονομαστική απόδοση που είχε σε προηγούμενες δεκαετίες.

Και εδώ χρειάζεται ιστορική προσοχή.

Τα πολύ υψηλά επιτόκια των δεκαετιών του 1980 και του 1990 δεν ήταν ενιαία για όλες τις μορφές καταθέσεων και δεν μπορούν να συγκριθούν μηχανικά με τα σημερινά.

Υπήρχαν διαφορετικά προϊόντα, διαφορετικές περίοδοι, διαφορετικός πληθωρισμός και διαφορετικό φορολογικό περιβάλλον.

Το βασικό όμως παραμένει:

Η κατάθεση ως εργαλείο αποταμίευσης δεν λειτουργεί σήμερα με την ίδια οικονομική λογική που λειτουργούσε σε περιόδους πολύ υψηλών ονομαστικών επιτοκίων.

Και αυτό έχει σημασία.

Γιατί η αποταμίευση δεν είναι απλώς «χρήματα στην άκρη».

Είναι απόθεμα ασφαλείας.

Είναι το ποσό που επιτρέπει στον πολίτη να αλλάξει ένα αυτοκίνητο όταν χρειάζεται.

Να επισκευάσει μία στέγη.

Να πληρώσει έναν γιατρό.

Να αντιμετωπίσει μία περίοδο ανεργίας.

Να καλύψει μία μεγάλη έκτακτη δαπάνη.

Να μην χρειαστεί αμέσως δάνειο.

Η αποταμίευση είναι ένας μηχανισμός ανθεκτικότητας.

 

 

Τι απέγινε το οικονομικό «μαξιλάρι»;

Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο σημαντικό κομμάτι της ιστορίας.

Ένα νοικοκυριό μπορεί να επιβιώνει για χρόνια χωρίς πρόβλημα, όσο δεν συμβαίνει τίποτα μεγάλο.

Αλλά τι γίνεται όταν συμβούν δύο ή τρία πράγματα μαζί;

Χαλάει το αυτοκίνητο.

Ανεβαίνει το ρεύμα.

Έρχεται ένας φόρος.

Χρειάζεται επισκευή το σπίτι.

Αυξάνεται το ενοίκιο.

Υπάρχει μία έκτακτη ιατρική δαπάνη.

Και τότε το ερώτημα δεν είναι πλέον «πόσα βγάζεις».

Είναι:

«Πόσο απόθεμα έχεις;»

Αν το απόθεμα είναι μηδενικό, κάθε απρόβλεπτο έξοδο γίνεται κρίση.

Αν υπάρχει απόθεμα, το ίδιο έξοδο μπορεί να είναι απλώς μία δύσκολη εβδομάδα.

Αυτό ισχύει για τις οικογένειες.

Ισχύει για τις επιχειρήσεις.

Ισχύει για τους δήμους.

Ισχύει για το κράτος.

 

 

Το ίδιο πρόβλημα υπάρχει και στο κράτος

Το κράτος έχει διαφορετική κλίμακα και διαφορετικά εργαλεία.

Δεν μπορεί να συγκριθεί ένας οικογενειακός προϋπολογισμός με τον κρατικό προϋπολογισμό.

Η λογική όμως της πρόληψης παραμένει.

Το κράτος πρέπει να χρηματοδοτεί όχι μόνο νέες υποδομές αλλά και τη λειτουργία των υφιστάμενων.

Να συντηρεί δρόμους.

Να ελέγχει κτίρια.

Να εξοπλίζει υπηρεσίες.

Να χρηματοδοτεί νοσοκομεία.

Να στηρίζει την πολιτική προστασία.

Να διατηρεί δίκτυα.

Να ελέγχει την ασφάλεια.

Να εκπαιδεύει προσωπικό.

Να αντικαθιστά εξοπλισμό.

Και το 2026 η δημοσιονομική εικόνα δεν είναι εκείνη της δεκαετίας του 2010.

Τα στοιχεία του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δείχνουν ότι το πρώτο οκτάμηνο του 2026 τα καθαρά έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού ανήλθαν σε 51,351 δισ. ευρώ, ενώ οι δαπάνες σε 51,825 δισ. ευρώ. Οι επενδυτικές δαπάνες ανήλθαν σε 9,038 δισ. ευρώ.

Άρα δεν μιλάμε σήμερα για ένα κράτος που βρίσκεται στην ίδια δημοσιονομική θέση με την κορύφωση της κρίσης.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η συσσωρευμένη ανάγκη έχει εξαφανιστεί.

Ένα δίκτυο που γέρασε δεν γίνεται καινούργιο επειδή βελτιώθηκαν τα δημόσια οικονομικά.

Ένα κτίριο που δεν συντηρήθηκε επί χρόνια δεν επισκευάζεται αυτόματα.

Ένας εξοπλισμός που έχει παλιώσει δεν ανανεώνεται χωρίς πρόγραμμα.

Η φθορά έχει μνήμη.

 

 

Το πρόβλημα των δημόσιων κτιρίων

Και εδώ ανοίγει ένα τεράστιο κεφάλαιο.

Σχολεία.

Νοσοκομεία.

Δημοτικά κτίρια.

Υπηρεσίες.

Αθλητικές εγκαταστάσεις.

Γέφυρες.

Δρόμοι.

Δίκτυα ύδρευσης.

Αποχετεύσεις.

Ηλεκτρικές εγκαταστάσεις.

Δεν είναι όλα επικίνδυνα.

Δεν είναι όλα παραμελημένα.

Δεν είναι σωστό να δημιουργείται η εντύπωση ότι κάθε παλιό δημόσιο κτίριο είναι έτοιμο να καταρρεύσει.

Το αντίθετο.

Η παλαιότητα δεν είναι από μόνη της απόδειξη κινδύνου.

Ένα καλά συντηρημένο παλιό κτίριο μπορεί να είναι ασφαλές.

Ένα καινούργιο κτίριο μπορεί να παρουσιάσει πρόβλημα.

Η ουσία βρίσκεται στη διαχείριση του κύκλου ζωής.

Κάθε υποδομή έχει ημερομηνία κατασκευής.

Έχει χρήση.

Έχει φθορά.

Έχει ανάγκες.

Έχει κόστος συντήρησης.

Και έχει ένα όριο στο οποίο η επισκευή γίνεται ακριβότερη από την έγκαιρη πρόληψη.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι «πόσα παλιά κτίρια έχουμε».

Είναι:

Πόσα από αυτά γνωρίζουμε σε τι κατάσταση βρίσκονται;

Και ακόμη πιο σημαντικό:

Πόσα από αυτά μπορούμε οικονομικά να συντηρήσουμε συστηματικά;

 

 

Η Ελλάδα της ιδιοκτησίας χωρίς ρευστότητα

Υπάρχει και ένα ακόμη ελληνικό παράδοξο.

Η χώρα είναι γεμάτη ιδιοκτήτες ακινήτων.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι γεμάτη ανθρώπους με διαθέσιμο εισόδημα.

Ένα ακίνητο μπορεί να έχει μεγάλη αξία και μηδενική ταμειακή ροή.

Δεν παράγει απαραίτητα εισόδημα.

Αντίθετα, μπορεί να παράγει υποχρεώσεις.

ΕΝΦΙΑ.

Συντήρηση.

Ασφάλιση.

Καθαρισμός.

Επισκευές.

Λογαριασμοί.

Και όταν το ακίνητο είναι πολύ παλιό, η κατάσταση μπορεί να γίνει ακόμη δυσκολότερη.

Ο ιδιοκτήτης βρίσκεται μπροστά σε ένα δίλημμα:

Να το επισκευάσει με κόστος χιλιάδων ευρώ;

Να το αφήσει όπως είναι;

Να το πουλήσει;

Να το κατεδαφίσει;

Να το ασφαλίσει;

Να πληρώνει τους φόρους και να περιμένει;

Σε μία χώρα όπου μεγάλο μέρος της περιουσίας είναι ακίνητη, η δυνατότητα συντήρησης της ακίνητης περιουσίας γίνεται μέρος της οικονομικής ανθεκτικότητας.

Δεν αρκεί να έχεις περιουσία. Πρέπει να έχεις και τη δυνατότητα να τη διατηρήσεις.

 

 

Από την οικογένεια μέχρι το κράτος, η ίδια λέξη επιστρέφει

Η λέξη είναι «αναβολή».

Αναβάλλω την επισκευή του αυτοκινήτου.

Αναβάλλω τη μόνωση.

Αναβάλλω την επισκευή της στέγης.

Αναβάλλω την ανακαίνιση.

Αναβάλλω την ασφάλιση.

Αναβάλλω την αντικατάσταση.

Αναβάλλω τον έλεγχο.

Αναβάλλω την επένδυση.

Αναβάλλω την αποταμίευση.

Και όταν η αναβολή γίνεται συστηματική, παύει να είναι προσωρινή λύση.

Γίνεται τρόπος λειτουργίας.

Αυτό ίσως είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της λεγόμενης «κληρονομιάς της κρίσης».

Όχι μόνο το χρέος.

Όχι μόνο οι απώλειες εισοδήματος.

Όχι μόνο οι φόροι.

Αλλά η συσσώρευση όσων δεν έγιναν.

 

 

Το κόστος της αναβολής είναι συνήθως αόρατο – μέχρι να γίνει ορατό

Αν μία οικογένεια δεν αλλάξει ένα παλιό λάστιχο, κανείς δεν ξέρει τι θα συμβεί.

Μπορεί να μη συμβεί τίποτα.

Αν ένας ιδιοκτήτης δεν επισκευάσει μία μικρή ρωγμή, μπορεί να μη συμβεί τίποτα.

Μπορεί όμως η υγρασία να επεκταθεί.

Αν ένας δήμος μεταθέσει μία επισκευή δρόμου, μπορεί να μη συμβεί τίποτα.

Μπορεί όμως αργότερα το κόστος να είναι πολλαπλάσιο.

Αν μία επιχείρηση αναβάλει την αντικατάσταση ενός εξοπλισμού, μπορεί να λειτουργήσει για μήνες.

Μπορεί όμως μία βλάβη να σταματήσει ολόκληρη την παραγωγή.

Αν ένα κράτος καθυστερήσει έναν έλεγχο, μπορεί να μη συμβεί τίποτα.

Μπορεί όμως κάποια στιγμή να συμβεί ένα ατύχημα.

Η πρόληψη έχει ένα μεγάλο πρόβλημα:

δεν μπορείς εύκολα να αποδείξεις τι απέτρεψες.

Αντίθετα, μετά από ένα ατύχημα όλοι αναζητούν τι δεν έγινε.

 

 

Η πραγματική κληρονομιά μπορεί να είναι η απώλεια της δυνατότητας πρόληψης

Μετά από μία δεκαπενταετία αλλεπάλληλων οικονομικών και κοινωνικών πιέσεων, ίσως το πιο σημαντικό ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα «έγινε φτωχότερη».

Είναι πιο συγκεκριμένο.

Έγινε λιγότερο ικανή να απορροφά το απρόβλεπτο;

Γιατί αυτό είναι η ανθεκτικότητα.

Ένα κράτος με πόρους μπορεί να επισκευάσει.

Μία επιχείρηση με αποθεματικό μπορεί να αντικαταστήσει.

Μία οικογένεια με αποταμίευση μπορεί να αντιμετωπίσει.

Μία πολυκατοικία με ενεργό και οργανωμένο ταμείο μπορεί να κάνει εργασίες.

Ένας ιδιοκτήτης με διαθέσιμο εισόδημα μπορεί να επισκευάσει το σπίτι.

Όταν όμως όλοι λειτουργούν χωρίς περιθώριο, κάθε έκτακτη ανάγκη γίνεται κρίση.

Και τότε η κοινωνία μετακινείται από την πρόληψη στην αντίδραση.

 

 

Δεν είναι όλοι φτωχοί – και αυτό είναι σημαντικό

Θα ήταν λάθος να παρουσιάσουμε μία Ελλάδα όπου όλοι ζουν με 1.000 ευρώ και δεν έχουν καμία περιουσία.

Δεν είναι αυτή η πραγματικότητα.

Υπάρχουν άνθρωποι με σημαντικά εισοδήματα.

Υπάρχουν επιχειρήσεις που επενδύουν.

Υπάρχουν νοικοκυριά με καταθέσεις.

Υπάρχουν ιδιοκτήτες με ακίνητη περιουσία.

Υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να πληρώσουν μία μεγάλη επισκευή χωρίς να αλλάξει η ζωή τους.

Η κοινωνία δεν είναι ομοιογενής.

Ακριβώς γι' αυτό όμως έχει σημασία η έννοια της ανθεκτικότητας.

Γιατί το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν χρήματα στην κοινωνία.

Το ερώτημα είναι πού βρίσκονται, ποιος τα διαθέτει και ποιος μπορεί να τα χρησιμοποιήσει όταν προκύψει ανάγκη.

 

 

Και αυτό μας φέρνει πίσω στα κτίρια

Ένα παλιό κτίριο μπορεί να είναι ασφαλές.

Ένα παλιό μπαλκόνι μπορεί να είναι ασφαλές.

Ένα παλιό σπίτι μπορεί να είναι ασφαλές.

Αλλά όλα χρειάζονται κάτι.

Έλεγχο.

Συντήρηση.

Παρέμβαση όταν εντοπιστεί πρόβλημα.

Και αυτό σημαίνει χρήματα.

Η οικονομική δυσκολία του ιδιοκτήτη δεν αλλάζει τους νόμους της φυσικής.

Η υγρασία συνεχίζει να διαβρώνει.

Ο χρόνος συνεχίζει να περνά.

Το σκυρόδεμα γερνά.

Ο σίδηρος οξειδώνεται.

Η μόνωση φθείρεται.

Τα ηλεκτρικά συστήματα παλιώνουν.

Οι σωληνώσεις φθείρονται.

Η στέγη χρειάζεται επισκευές.

Το ίδιο συμβαίνει με τις υποδομές του κράτους.

Η γέφυρα δεν γνωρίζει ότι ο προϋπολογισμός ήταν πιεσμένος.

Ο δρόμος δεν γνωρίζει ότι υπήρξε οικονομική κρίση.

Ένα νοσοκομειακό κτίριο δεν γνωρίζει ότι η χώρα αντιμετώπισε πανδημία.

Το υλικό φθείρεται ανεξάρτητα από τις οικονομικές συνθήκες.

Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η μεγάλη σύγκρουση:

Η ανάγκη για συντήρηση είναι σταθερή. Η δυνατότητα να πληρώνουμε για αυτήν δεν είναι.

 

 

Η Ελλάδα χρειάζεται όχι μόνο νέα έργα, αλλά και να διατηρεί αυτά που έχει

Εδώ βρίσκεται ίσως η ουσία.

Η ανάπτυξη μετριέται συχνά με νέα έργα.

Νέους δρόμους.

Νέες επενδύσεις.

Νέα κτίρια.

Νέα δίκτυα.

Νέες υποδομές.

Όμως υπάρχει μία λιγότερο εντυπωσιακή οικονομία:

Η οικονομία της συντήρησης.

Δεν δημιουργεί εύκολα εγκαίνια.

Δεν έχει κορδέλα.

Δεν δημιουργεί πάντα φωτογραφίες.

Αλλά χωρίς αυτήν, η αξία των προηγούμενων επενδύσεων μειώνεται.

Ένα σχολείο που χτίστηκε πριν από 40 χρόνια χρειάζεται συντήρηση.

Ένα νοσοκομείο που χτίστηκε πριν από 50 χρόνια χρειάζεται συντήρηση.

Ένα δίκτυο που κατασκευάστηκε πριν από δεκαετίες χρειάζεται συντήρηση.

Ένα αυτοκίνητο χρειάζεται service.

Ένα σπίτι χρειάζεται επισκευές.

Μία επιχείρηση χρειάζεται εξοπλισμό.

Η συντήρηση δεν είναι το αντίθετο της ανάπτυξης.

Είναι προϋπόθεσή της.

 

 

Το μεγάλο ερώτημα

Τελικά, λοιπόν, τι σημαίνει «Η κληρονομιά της κρίσης»;

Δεν σημαίνει ότι κάθε ατύχημα που συμβαίνει σήμερα είναι αποτέλεσμα των μνημονίων.

Δεν σημαίνει ότι κάθε παλιό κτίριο είναι επικίνδυνο.

Δεν σημαίνει ότι κάθε δημόσια υπηρεσία υπολειτουργεί.

Δεν σημαίνει ότι κάθε εργατικό δυστύχημα έχει οικονομική αιτία.

Δεν σημαίνει ότι κάθε πρόβλημα συντήρησης οφείλεται στο κράτος.

Και σίγουρα δεν σημαίνει ότι υπάρχει μία απλή εξήγηση για όλα.

Σημαίνει ότι μετά από τόσα χρόνια συνεχών πιέσεων αξίζει να κοιτάξουμε όχι μόνο τι χάσαμε, αλλά και τι αναβάλαμε.

Τι δεν επισκευάστηκε.

Τι δεν αντικαταστάθηκε.

Τι δεν αναβαθμίστηκε.

Τι δεν ελέγχθηκε όσο συχνά έπρεπε.

Τι δεν αποταμιεύτηκε.

Τι δεν επενδύθηκε.

Και κυρίως:

Ποιος έχει σήμερα τη δυνατότητα να απορροφά μία κρίση και ποιος αναγκάζεται να την πληρώνει μήνα με τον μήνα;

Αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα.

 

 

Γιατί η πρόληψη είναι τελικά θέμα κοινωνικής ανθεκτικότητας

Ένας άνθρωπος που έχει αποταμίευση μπορεί να αντιμετωπίσει μία βλάβη.

Ένας άνθρωπος χωρίς αποταμίευση πρέπει να δανειστεί.

Μία επιχείρηση με κεφάλαιο μπορεί να αντικαταστήσει ένα μηχάνημα.

Μία επιχείρηση χωρίς ρευστότητα μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί με το παλιό.

Ένας δήμος με διαθέσιμους πόρους μπορεί να συντηρήσει.

Ένας δήμος με περιορισμένους πόρους πρέπει να ιεραρχήσει.

Ένα κράτος με ισχυρό μηχανισμό πρόληψης μπορεί να αντιμετωπίσει έναν κίνδυνο πριν εξελιχθεί.

Ένα κράτος που λειτουργεί διαρκώς σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης κινδυνεύει να δίνει περισσότερη ενέργεια στην αντίδραση παρά στην πρόληψη.

Δεν είναι ζήτημα πολιτικής παράταξης.

Είναι ζήτημα λειτουργίας.

Και ακριβώς γι' αυτό πρέπει να εξεταστεί με στοιχεία.

Πόσα χρήματα δαπανώνται για συντήρηση;

Πόσες υποδομές ελέγχονται;

Πόσα κτίρια έχουν πραγματική εικόνα στατικότητας;

Πόσα σχολεία χρειάζονται παρεμβάσεις;

Πόσα νοσοκομεία χρειάζονται ανακαινίσεις;

Πόσα χιλιόμετρα δικτύων χρειάζονται αντικατάσταση;

Πόσα εργατικά ατυχήματα σχετίζονται με συγκεκριμένες παραβιάσεις κανόνων ασφαλείας;

Πόσα παλιά κτίρια παραμένουν χωρίς ουσιαστικό έλεγχο;

Πόσες επισκευές αναβάλλονται επειδή δεν υπάρχουν χρήματα;

Αυτές είναι οι ερωτήσεις που αξίζει να απαντηθούν.

 

 

Η κληρονομιά της κρίσης δεν είναι μόνο το χρέος

Η Ελλάδα βγήκε από μία πρωτοφανή οικονομική περίοδο.

Έμαθε να ζει με λιγότερα.

Έμαθε να κόβει.

Έμαθε να αναβάλλει.

Έμαθε να επιλέγει.

Έμαθε να ψάχνει το φθηνότερο.

Έμαθε να επισκευάζει αντί να αντικαθιστά.

Έμαθε να κρατάει ένα παλιό αυτοκίνητο λίγο ακόμη.

Έμαθε να μένει σε ένα παλιό σπίτι λίγο ακόμη.

Έμαθε να περιμένει λίγο ακόμη για την ανακαίνιση.

Έμαθε να λέει:

«Θα το κάνω του χρόνου.»

Και πολλές φορές το «του χρόνου» έγινε «κάποια στιγμή».

Αυτό δεν είναι μόνο οικονομικό ζήτημα.

Είναι κοινωνικό.

Είναι θέμα ασφάλειας.

Είναι θέμα υποδομών.

Είναι θέμα ανθεκτικότητας.

Γιατί η αναβολή έχει ένα όριο.

Και κανείς δεν γνωρίζει πότε αυτό το όριο ξεπερνιέται.

 

 

 

Από τα Πετράλωνα στην Πλάκα και από το Ηράκλειο σε ολόκληρη τη χώρα

Μία πολυκατοικία στα Πετράλωνα κατέρρευσε ενώ δίπλα της πραγματοποιούνταν εργασίες.

Ένα παλιό κτίριο στην Πλάκα κατέρρευσε μετά από ισχυρή έκρηξη.

Ένα μπαλκόνι στο Ηράκλειο αποκολλήθηκε από τον τέταρτο όροφο και έπεσε στον δρόμο.

Σε άλλες περιπτώσεις έχουμε δει πυρκαγιές, εργατικά δυστυχήματα, προβλήματα σε υποδομές, αστοχίες συστημάτων και καταστροφές μεγάλης κλίμακας.

Στα Τέμπη, 57 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και το επίσημο πόρισμα κατέγραψε ένα σύνολο προβλημάτων και συστημικών αδυναμιών που δεν περιορίζονταν σε ένα μόνο λάθος.

Στο Μάτι, η χώρα γνώρισε μία από τις πιο τραγικές πυρκαγιές της σύγχρονης ιστορίας της, με 102 νεκρούς.

Στους χώρους εργασίας, δεκάδες άνθρωποι εξακολουθούν να χάνουν κάθε χρόνο τη ζωή τους σε εργατικά δυστυχήματα.

Δεν είναι ίδια περιστατικά.

Δεν έχουν ίδια αίτια.

Δεν έχουν ίδια ευθύνη.

Έχουν όμως ένα κοινό ερώτημα:

Πόσο καλά είμαστε προετοιμασμένοι πριν συμβεί το κακό;

 

 

Και ίσως εκεί βρίσκεται η πραγματική κληρονομιά

Η οικονομική κρίση αφήνει αριθμούς.

Χρέος.

Ελλείμματα.

Ανεργία.

Μισθούς.

Φόρους.

Καταθέσεις.

Τιμές.

Όμως αφήνει και συμπεριφορές.

Και μία από τις σημαντικότερες είναι η αναβολή.

Αναβάλλω γιατί δεν μπορώ.

Αναβάλλω γιατί δεν περισσεύουν.

Αναβάλλω γιατί προέχει κάτι άλλο.

Αναβάλλω γιατί «μέχρι τώρα δεν έχει συμβεί τίποτα».

Αναβάλλω γιατί θα περιμένω λίγο ακόμη.

Αναβάλλω γιατί το κόστος σήμερα είναι μεγάλο.

Και κάπου εδώ η αναβολή μετατρέπεται από οικονομική επιλογή σε ζήτημα ασφάλειας.

Αυτό είναι το σημείο στο οποίο πρέπει να σταθεί η συζήτηση.

Όχι για να τρομοκρατήσει.

Όχι για να κατηγορήσει συλλήβδην.

Αλλά για να ρωτήσει.

Μπορεί μία κοινωνία να αναβάλλει επ' αόριστον τη συντήρηση, την πρόληψη και την ασφάλεια;

Η απάντηση δεν βρίσκεται σε ένα περιστατικό.

Ούτε σε ένα κτίριο.

Ούτε σε μία κυβέρνηση.

Ούτε σε έναν πολίτη.

Βρίσκεται στο σύνολο.

Στην οικονομική δυνατότητα της οικογένειας.

Στη λειτουργία της πολυκατοικίας.

Στην ευθύνη του ιδιοκτήτη.

Στην οργάνωση της επιχείρησης.

Στην εποπτεία του κράτους.

Στους ελέγχους.

Στη χρηματοδότηση.

Στη νομοθεσία.

Στην εφαρμογή της.

Στην κουλτούρα πρόληψης.

Και τελικά στην πολιτική επιλογή κάθε κοινωνίας για το πόσο θέλει να επενδύει σε πράγματα που, αν όλα πάνε καλά, δεν θα τα δει ποτέ στην επικαιρότητα.

Γιατί αυτό είναι η πρόληψη.

Να πληρώνεις σήμερα για ένα πρόβλημα που ελπίζεις να μην εμφανιστεί ποτέ.

Και αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο έξοδο για έναν άνθρωπο, μία επιχείρηση ή ένα κράτος που έχει μάθει επί χρόνια να μετρά κάθε ευρώ.

 

 

Η τελευταία ερώτηση

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται μόνο να χτίζει καινούργια.

Χρειάζεται να μπορεί να διατηρεί αυτά που ήδη έχει.

Οι πολίτες δεν χρειάζονται μόνο εισόδημα.

Χρειάζονται και οικονομικό περιθώριο.

Οι επιχειρήσεις δεν χρειάζονται μόνο τζίρο.

Χρειάζονται και κεφάλαιο για να συντηρούν τον εξοπλισμό τους.

Το κράτος δεν χρειάζεται μόνο επενδύσεις.

Χρειάζεται και σταθερούς πόρους για λειτουργία, έλεγχο και συντήρηση.

Και η κοινωνία δεν χρειάζεται μόνο να αντιδρά μετά από μία καταστροφή.

Χρειάζεται να μπορεί να την προλαβαίνει.

Από τα Πετράλωνα μέχρι την Πλάκα.

Από το Ηράκλειο μέχρι κάθε παλιό κτίριο της χώρας.

Από τα Τέμπη μέχρι κάθε υποδομή που λειτουργεί καθημερινά.

Από το εργοστάσιο μέχρι το μικρό συνεργείο.

Από το δημόσιο νοσοκομείο μέχρι το σπίτι του πολίτη.

Η κληρονομιά της κρίσης μπορεί να μην είναι μόνο όσα χάσαμε.

Μπορεί να είναι και όσα μάθαμε να αναβάλλουμε.

Και η πραγματική πρόκληση των επόμενων χρόνων ίσως δεν είναι απλώς να αποκτήσουμε περισσότερα.

Είναι να μπορέσουμε ξανά να προλαβαίνουμε.

Γιατί η συντήρηση είναι δαπάνη.

Η πρόληψη είναι δαπάνη.

Ο έλεγχος είναι δαπάνη.

Η ασφάλεια είναι δαπάνη.

Μέχρι τη στιγμή που όλα αυτά δεν γίνονται.

Τότε παύουν να είναι δαπάνες.

Γίνονται κόστος.

Και μερικές φορές, όπως έχει δείξει η ίδια η πραγματικότητα, το κόστος αυτό δεν μετριέται σε ευρώ.

Μετριέται σε ζωές.












pixiz-19-09-2018-03-25-22

 

 

 

 

 

 

 Μείνετε μπροστά στις εξελίξεις — κάντε Like στο Facebook

 

click-go-back-button

 

 

 

 

 


  Από το newsroom 

  Γράφει H Σκεύω Πινότση 

     -Posted by Anexartitos.Ta.Neα

 

road+news


Αν θέλετε να μαθαίνετε παράλληλα όσα σημαντικά διαδραματίζονται στα ελληνικά και ξένα media κάντε like στην σελίδα στο Facebook πατώντας εδώ.click here  

 

 
 Δημοσίευση σχολίου  

 

.Τα σχόλια υπάρχουν για να συνεισφέρουν οι αναγνώστες στο διάλογο. 

 
. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του.


. Αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές. 

 
. Συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και greeklish αφαιρούνται όπου εντοπίζονται.


. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές και μόνον αυτούς.


. Η ταυτότητα των σχολιαστών είναι γνωστή μόνο στην Google.


. Όποιος θίγεται μπορεί να επικοινωνεί στο email μας.


. Περισσότερα στους όρους χρήσης.

 

        . Ευχαριστούμε για την κατανόησή σας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Bottom Ad [Post Page]