Full width home advertisement

Travel the world

Climb the mountains

Post Page Advertisement [Top]


 

 Τράπεζες: 230,5 δισ. ευρώ σε καταθέσεις και repos — το μεγάλο ερώτημα είναι πώς η ρευστότητα γίνεται παραγωγική χρηματοδότηση...

 

Καταθέσεις και repos ίσες με σχεδόν το 93% του ονομαστικού ΑΕΠ του 2025 – επιτόκιο 0,37% στις υφιστάμενες καταθέσεις έναντι 4,81% στα υφιστάμενα δάνεια – η πιστωτική επέκταση παραμένει θετική, αλλά επιβραδύνεται

 

Υπάρχει ένα σημαντικό ερώτημα στην ελληνική τραπεζική αγορά: πώς μετατρέπεται η μεγάλη καταθετική βάση σε νέα χρηματοδότηση της οικονομίας και, κυρίως, σε χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων;

Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος για τον Ιούλιο του 2026 δείχνουν ότι το τραπεζικό σύστημα εξακολουθεί να διαθέτει πολύ μεγάλη καταθετική βάση, ενώ ταυτόχρονα η πιστωτική επέκταση παραμένει θετική σε ετήσια βάση. Ωστόσο, τον συγκεκριμένο μήνα καταγράφηκε αρνητική καθαρή ροή χρηματοδότησης και επιβράδυνση των ετήσιων ρυθμών αύξησης.

Η εικόνα, επομένως, δεν είναι ότι «οι τράπεζες δεν δανείζουν». Είναι πιο σύνθετη: η πίστωση αυξάνεται, αλλά η αύξηση επιβραδύνεται, ενώ η καταθετική βάση παραμένει εξαιρετικά ισχυρή.

 

 

230,5 δισ. ευρώ σε καταθέσεις και repos

Στο τέλος Ιουλίου 2026, οι καταθέσεις της εγχώριας οικονομίας στα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα ανέρχονταν σε 230,544 δισ. ευρώ. Στο μέγεθος αυτό περιλαμβάνονται και τα repos, σύμφωνα με τη μεθοδολογία της Τράπεζας της Ελλάδος. Τα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα της συγκεκριμένης στατιστικής δεν περιλαμβάνουν την ίδια την Τράπεζα της Ελλάδος.

Από το συνολικό ποσό, οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα διαμορφώθηκαν στα 221,496 δισ. ευρώ, ενώ οι καταθέσεις των νοικοκυριών και των ιδιωτικών μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων ανήλθαν στα 156,385 δισ. ευρώ.

Οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα ήταν αυξημένες κατά 8,9% σε ετήσια βάση. Στις επιχειρήσεις η ετήσια αύξηση ήταν 23,1%, ενώ ειδικά στις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις έφθασε το 24,6%.

Τον Ιούλιο, πάντως, υπήρξε μηνιαία υποχώρηση. Η συνολική καθαρή ροή των καταθέσεων ήταν αρνητική κατά 2,189 δισ. ευρώ, ενώ οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα μειώθηκαν κατά 2,013 δισ. ευρώ.

Η μεγαλύτερη μεταβολή προήλθε από τις επιχειρήσεις, των οποίων οι καταθέσεις μειώθηκαν κατά 2,254 δισ. ευρώ. Αντίθετα, οι καταθέσεις νοικοκυριών και ιδιωτικών μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων αυξήθηκαν κατά 240 εκατ. ευρώ.

 

 

«Ένα ΑΕΠ» — αλλά με μια σημαντική διόρθωση

Τα 230,544 δισ. ευρώ αντιστοιχούν περίπου στο 92,8% του ονομαστικού ΑΕΠ του 2025, το οποίο ανήλθε σε 248,4 δισ. ευρώ, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα 230,5 δισ. είναι «ένα ΑΕΠ του 2026». Το 248,4 δισ. είναι το πραγματοποιημένο ονομαστικό ΑΕΠ του 2025. Για το 2026 υπάρχουν εκτιμήσεις και προβλέψεις, αλλά το ετήσιο ΑΕΠ του 2026 δεν έχει ακόμη καταγραφεί.

Επιπλέον, το πραγματικό ΑΕΠ του 2025 ήταν περίπου 204,4 δισ. ευρώ σε όρους όγκου, σύμφωνα με τα στοιχεία εθνικών λογαριασμών. Δεν πρόκειται για «ΑΕΠ με τον αποπληθωριστή», αλλά για μέγεθος ΑΕΠ σε όρους όγκου/αλυσωμένων τιμών.

Η σύγκριση με το ΑΕΠ είναι επομένως χρήσιμη για να αποτυπωθεί η κλίμακα της καταθετικής βάσης, αλλά δεν σημαίνει ότι τα 230,5 δισ. αποτελούν διαθέσιμη δεξαμενή που μπορεί ή πρέπει να μετατραπεί αυτούσια σε δάνεια.

 

 

Το μεγάλο επιτοκιακό χάσμα

Το δεύτερο χαρακτηριστικό της εικόνας αφορά τα επιτόκια.

Τον Ιούλιο του 2026, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο του συνόλου των νέων καταθέσεων διαμορφώθηκε στο 0,39%, ενώ το αντίστοιχο επιτόκιο των νέων δανείων στο 4,67%.

Η διαφορά ήταν 4,28 ποσοστιαίες μονάδες.

Στα υφιστάμενα υπόλοιπα, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο των καταθέσεων ήταν 0,37%, ενώ των δανείων 4,81%, με το αντίστοιχο περιθώριο να φθάνει τις 4,44 ποσοστιαίες μονάδες.

Το συγκεκριμένο spread δεν αποτελεί καθαρό τραπεζικό κέρδος. Το τραπεζικό επιτοκιακό περιθώριο πρέπει να καλύψει, μεταξύ άλλων, λειτουργικά έξοδα, πιστωτικό κίνδυνο, προβλέψεις, κόστος κεφαλαίου και άλλες επιβαρύνσεις. Η Τράπεζα της Ελλάδος ορίζει το συγκεκριμένο στατιστικό περιθώριο απλώς ως τη διαφορά μεταξύ του μέσου σταθμισμένου επιτοκίου όλων των δανείων και του αντίστοιχου επιτοκίου όλων των καταθέσεων.

Παραμένει όμως γεγονός ότι η διαφορά ανάμεσα στην αμοιβή των καταθέσεων και στο κόστος των δανείων είναι μεγάλη.

 

 

Οι απλές καταθέσεις εξακολουθούν να αμείβονται ελάχιστα

Η εικόνα είναι ακόμη πιο έντονη στους λογαριασμούς μίας ημέρας.

Το μέσο επιτόκιο των νέων καταθέσεων μίας ημέρας των νοικοκυριών ήταν μόλις 0,03% τον Ιούλιο. Για τις νέες καταθέσεις νοικοκυριών με συμφωνημένη διάρκεια έως ένα έτος, το μέσο επιτόκιο ήταν 1,24%.

Στα υφιστάμενα υπόλοιπα καταθέσεων με συμφωνημένη διάρκεια έως δύο έτη, το μέσο επιτόκιο για τα νοικοκυριά ήταν 1,19%.

Έτσι, ενδεικτικά, κατάθεση 100.000 ευρώ με ετήσιο επιτόκιο 0,03% αποδίδει περίπου 30 ευρώ μικτούς τόκους σε ένα έτος, εφόσον το επιτόκιο παραμείνει αμετάβλητο.

Με επιτόκιο 1,19%, η αντίστοιχη μικτή απόδοση είναι περίπου 1.190 ευρώ.

Οι αριθμοί αυτοί εξηγούν γιατί η μέση απόδοση του συνόλου των καταθέσεων παραμένει χαμηλή: μεγάλο μέρος των υπολοίπων βρίσκεται σε λογαριασμούς μίας ημέρας ή σε προϊόντα χαμηλής απόδοσης.

 

 

Η πίστωση δεν έχει σταματήσει — αλλά επιβραδύνθηκε

Εδώ χρειάζεται η σημαντικότερη διόρθωση στην αρχική αφήγηση.

Η Τράπεζα της Ελλάδος δεν δείχνει κατάρρευση της τραπεζικής χρηματοδότησης. Δείχνει θετική πιστωτική επέκταση σε ετήσια βάση, αλλά αρνητική καθαρή ροή τον Ιούλιο και επιβράδυνση των ετήσιων ρυθμών.

Ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της συνολικής τραπεζικής χρηματοδότησης της εγχώριας οικονομίας μειώθηκε στο 3,4% τον Ιούλιο, από 5,0% τον Ιούνιο.

Η μηνιαία καθαρή ροή ήταν αρνητική κατά 3,961 δισ. ευρώ, έναντι θετικής ροής 3,500 δισ. ευρώ τον προηγούμενο μήνα.

Στον ιδιωτικό τομέα, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης της χρηματοδότησης μειώθηκε στο 6,8%, από 7,7% τον Ιούνιο, ενώ η μηνιαία καθαρή ροή ήταν αρνητική κατά 2,593 δισ. ευρώ.

 

 

Οι επιχειρήσεις: +8,9% ετησίως, αλλά αρνητική ροή τον Ιούλιο

Η χρηματοδότηση προς τις επιχειρήσεις μειώθηκε καθαρά κατά 2,552 δισ. ευρώ τον Ιούλιο.

Παρά τη μηνιαία υποχώρηση, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης παρέμεινε ισχυρός, στο 8,9%, έναντι 10,2% τον Ιούνιο.

Στις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, η ετήσια αύξηση της χρηματοδότησης διαμορφώθηκε στο 9,1%, ενώ η μηνιαία καθαρή ροή ήταν αρνητική κατά 1,795 δισ. ευρώ.

Αντίθετα, στους ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και ατομικές επιχειρήσεις η χρηματοδότηση εξακολουθεί να παρουσιάζει αρνητική ετήσια μεταβολή, -3,0%.

Αυτό είναι ένα από τα σημεία στα οποία το κόστος χρηματοδότησης αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

 

 

Οι μικρότερες επιχειρήσεις πληρώνουν ακριβότερα

Στα νέα επιχειρηματικά δάνεια με συγκεκριμένη διάρκεια και κυμαινόμενο επιτόκιο, το μέσο επιτόκιο τον Ιούλιο ήταν 4,21%.

Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις ήταν 4,45%.

Ακόμη μεγαλύτερη διαφορά εμφανίζεται ανάλογα με το ύψος του δανείου:

  • έως 250.000 ευρώ: 5,07%

  • από 250.001 έως 1 εκατ. ευρώ: 4,52%

  • πάνω από 1 εκατ. ευρώ: 4,14%.

Η διαφοροποίηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τη χρηματοδότηση των μικρότερων επιχειρήσεων. Δεν σημαίνει ότι κάθε μικρή επιχείρηση δανείζεται υποχρεωτικά με 5,07%, αλλά ότι ο μέσος όρος της συγκεκριμένης κατηγορίας δανείων ήταν υψηλότερος.

 

 

Και η ΕΚΤ;

Το αρχικό κείμενο χρειάζεται εδώ μια σημαντική επικαιροποίηση.

Στη συνεδρίαση της 23ης Ιουλίου 2026, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ αποφάσισε να διατηρήσει αμετάβλητα τα τρία βασικά επιτόκια:

  • επιτόκιο διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων: 2,25%

  • πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης: 2,40%

  • οριακή χρηματοδότηση: 2,65%.

Επομένως, δεν είναι ακριβές να περιγράφεται ο Ιούλιος του 2026 απλώς ως περίοδος «περιοριστικής πολιτικής της ΕΚΤ». Η ΕΚΤ είχε περάσει σε στάση αναμονής, διατηρώντας τα επιτόκια στα επίπεδα που είχαν διαμορφωθεί μετά τις προηγούμενες αποφάσεις της και δηλώνοντας ότι οι επόμενες κινήσεις θα εξαρτώνται από τα δεδομένα.

Ταυτόχρονα, το κόστος τραπεζικού δανεισμού στην Ελλάδα δεν εξαρτάται μόνο από το επιτόκιο της ΕΚΤ. Επηρεάζεται από το κόστος χρηματοδότησης των τραπεζών, το πιστωτικό ρίσκο, τα χαρακτηριστικά του δανείου, τις κεφαλαιακές απαιτήσεις και την τιμολόγηση κάθε κατηγορίας πελάτη.

 

 

Τι συμβαίνει λοιπόν με τα 230,5 δισ. ευρώ;

Εδώ βρίσκεται το ουσιαστικό οικονομικό ερώτημα.

Το γεγονός ότι υπάρχουν 230,5 δισ. ευρώ καταθέσεων και repos δεν σημαίνει αυτομάτως ότι υπάρχει αντίστοιχο ποσό «αδρανούς χρήματος» που οι τράπεζες μπορούν απλώς να μετατρέψουν σε δάνεια.

Η τραπεζική πίστωση εξαρτάται και από τη ζήτηση για δανεισμό, την πιστοληπτική ικανότητα των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, τις προσδοκώμενες αποδόσεις των επενδύσεων, τις εξασφαλίσεις, το ρίσκο και το κόστος κεφαλαίου.

Παράλληλα, οι καταθέσεις των επιχειρήσεων αυξάνονται πολύ ταχύτερα από τη χρηματοδότησή τους: τον Ιούλιο οι επιχειρηματικές καταθέσεις ήταν αυξημένες κατά 23,1% σε ετήσια βάση, ενώ η τραπεζική χρηματοδότηση των επιχειρήσεων αυξανόταν κατά 8,9%.

Η διαφορά αυτή δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι οι τράπεζες αρνούνται να χρηματοδοτήσουν την οικονομία. Μπορεί να αντανακλά, μεταξύ άλλων, υψηλότερη εταιρική ρευστότητα, συσσώρευση ιδίων κεφαλαίων, χρονισμό εισπράξεων και πληρωμών, εποχικότητα ή διαφορετική ζήτηση για πίστωση. Τα στοιχεία καταθέσεων και πιστώσεων από μόνα τους δεν μπορούν να προσδιορίσουν ποια από αυτές τις αιτίες κυριαρχεί.

 

 

Το Ταμείο Ανάκαμψης αλλάζει το χρηματοδοτικό περιβάλλον

Υπάρχει, ωστόσο, μια πραγματική θεσμική αλλαγή που πρέπει να ληφθεί υπόψη.

Ο Μηχανισμός Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) είναι προσωρινό εργαλείο. Τα κράτη-μέλη έπρεπε να ολοκληρώσουν τα ορόσημα και τους στόχους έως τις 31 Αυγούστου 2026, ενώ οι τελευταίες πληρωμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής πρέπει να πραγματοποιηθούν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026.

Η Ελλάδα έχει αξιοποιήσει τον μηχανισμό και η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος έχει επισημάνει ότι μέρος της πιστωτικής επέκτασης προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις συνδέεται με τη χρηματοδότηση έργων που σχετίζονται με το Ταμείο Ανάκαμψης.

Άρα η πρόκληση για το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν είναι απλώς να διατηρήσει την πιστωτική επέκταση, αλλά να διασφαλίσει ότι μετά την ολοκλήρωση του RRF θα συνεχιστεί η χρηματοδότηση επενδύσεων και παραγωγικών δραστηριοτήτων μέσω τραπεζών και κεφαλαιαγοράς.

 

 

Η εικόνα των τραπεζών είναι ισχυρότερη από ό,τι υποδηλώνει το «παράδοξο»

Υπάρχει και μια δεύτερη πλευρά.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, σε ομιλία του Διοικητή Γιάννη Στουρνάρα τον Ιούλιο, περιέγραψε τη θέση ρευστότητας των ελληνικών τραπεζών ως ιδιαίτερα ισχυρή, με τους δείκτες LCR και NSFR σημαντικά υψηλότερους από τις ελάχιστες εποπτικές απαιτήσεις. Παράλληλα, σημείωσε ότι ο λόγος δανείων προς καταθέσεις παραμένει χαμηλότερος από τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Η εικόνα αυτή είναι διαφορετική από την εικόνα μιας αγοράς που αντιμετωπίζει έλλειψη ρευστότητας.

Το ζήτημα είναι περισσότερο η διοχέτευση της ρευστότητας στην οικονομία με όρους που επιτρέπουν τη χρηματοδότηση βιώσιμων επενδύσεων, παρά η απλή ύπαρξη ή μη ύπαρξη ρευστότητας στο τραπεζικό σύστημα.

 


 

Το πραγματικό στοίχημα

Τα στοιχεία του Ιουλίου 2026 οδηγούν επομένως σε ένα πιο συγκεκριμένο ερώτημα:

Όχι αν υπάρχουν χρήματα στις τράπεζες, αλλά αν η μεγάλη καταθετική βάση μπορεί να μετατραπεί σε επαρκή και ανταγωνιστικού κόστους χρηματοδότηση για επενδύσεις, παραγωγή και επιχειρηματική επέκταση.

Η εικόνα του Ιουλίου είναι μικτή:

  • 230,544 δισ. ευρώ καταθέσεις και repos της εγχώριας οικονομίας.

  • 221,496 δισ. ευρώ καταθέσεις ιδιωτικού τομέα.

  • +23,1% ετήσια αύξηση των επιχειρηματικών καταθέσεων.

  • +24,6% στις καταθέσεις μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων.

  • +6,8% ετήσια αύξηση της χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα.

  • +8,9% ετήσια αύξηση της χρηματοδότησης των επιχειρήσεων.

  • -3,961 δισ. ευρώ η καθαρή μηνιαία ροή της συνολικής τραπεζικής χρηματοδότησης τον Ιούλιο.

  • 0,37% το μέσο επιτόκιο των υφιστάμενων καταθέσεων.

  • 4,81% το μέσο επιτόκιο των υφιστάμενων δανείων.

  • 5,07% το μέσο επιτόκιο νέων επιχειρηματικών δανείων έως 250.000 ευρώ.

Η εικόνα αυτή δεν τεκμηριώνει τον ισχυρισμό ότι οι ελληνικές τράπεζες «δεν χρηματοδοτούν την οικονομία». Τεκμηριώνει όμως κάτι πιο συγκεκριμένο και οικονομικά πιο ενδιαφέρον:

η πιστωτική επέκταση είναι θετική, αλλά επιβραδύνεται, ενώ η καταθετική βάση παραμένει πολύ μεγάλη και το κόστος δανεισμού —ιδίως για μικρότερα επιχειρηματικά δάνεια— παραμένει σημαντικό.

Το επόμενο στάδιο για την ελληνική οικονομία είναι επομένως να φανεί αν η μεγάλη συσσώρευση αποταμίευσης θα μεταφραστεί σε περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις, μεγαλύτερη χρηματοδότηση επιχειρήσεων και βαθύτερη αξιοποίηση της κεφαλαιαγοράς, ιδιαίτερα καθώς ολοκληρώνεται ο κύκλος του Ταμείου Ανάκαμψης.

Το κρίσιμο μέγεθος δεν είναι μόνο πόσα χρήματα βρίσκονται στους τραπεζικούς λογαριασμούς. Είναι πού κατευθύνονται, με ποιο κόστος και με ποια επίδραση στην παραγωγικότητα της οικονομίας.










pixiz-19-09-2018-03-25-22

 

 

 

 

 

 

 Μείνετε μπροστά στις εξελίξεις — κάντε Like στο Facebook

 

click-go-back-button

 

 

 

 

 


  Από το newsroom 

  Γράφει  H Σοφία Παπανδρέου  

     -Posted by Anexartitos.Ta.Neα

 

road+news


Αν θέλετε να μαθαίνετε παράλληλα όσα σημαντικά διαδραματίζονται στα ελληνικά και ξένα media κάντε like στην σελίδα στο Facebook πατώντας εδώ.click here  

 

 
 Δημοσίευση σχολίου  

 

.Τα σχόλια υπάρχουν για να συνεισφέρουν οι αναγνώστες στο διάλογο. 

 
. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του.


. Αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές. 

 
. Συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και greeklish αφαιρούνται όπου εντοπίζονται.


. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές και μόνον αυτούς.


. Η ταυτότητα των σχολιαστών είναι γνωστή μόνο στην Google.


. Όποιος θίγεται μπορεί να επικοινωνεί στο email μας.


. Περισσότερα στους όρους χρήσης.

 

        . Ευχαριστούμε για την κατανόησή σας.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Bottom Ad [Post Page]