Από την Ερυθρά Θάλασσα στο Αιγαίο: Η νέα γεωπολιτική εξίσωση και η θέση της Ελλάδας...
Η κρίση των Χούθι, η νέα αμυντική συμφωνία Σαουδικής Αραβίας–Τουρκίας–Πακιστάν, το Ισραήλ και η MEDUSA διαμορφώνουν ένα νέο περιβάλλον ασφαλείας από τον Περσικό Κόλπο έως την Ανατολική Μεσόγειο
Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες πολλές φαινομενικά άσχετες γεωπολιτικές εξελίξεις αρχίζουν να αποκτούν κοινή λογική.
Η σημερινή συγκυρία είναι μία από αυτές.
Η ταχεία προέλαση των Χούθι στην Υεμένη και η αυξανόμενη απειλή για το Bab el-Mandeb, η πίεση στις σαουδαραβικές ενεργειακές εξαγωγές, η αβεβαιότητα γύρω από το εύρος της αμερικανικής στρατιωτικής εμπλοκής, η νέα αμυντική συμφωνία Σαουδικής Αραβίας–Τουρκίας–Πακιστάν, η συνεχιζόμενη προσπάθεια του Ισραήλ να οικοδομήσει ένα ευρύτερο περιφερειακό σύστημα ασφαλείας και, ταυτόχρονα, η ενίσχυση των σχημάτων συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο δημιουργούν ένα περιβάλλον που δεν μπορεί να αναλυθεί πλέον μεμονωμένα.
Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον βρίσκεται η Ελλάδα.
Όχι ως ο «ρυθμιστής» ολόκληρης της Μέσης Ανατολής. Ούτε ως χώρα που βρίσκεται στα πρόθυρα ενός αναπόφευκτου πολέμου.
Αλλά ως ένα κράτος που βρίσκεται σε ένα εξαιρετικά κρίσιμο γεωγραφικό σημείο: ανάμεσα στην Ευρώπη, την Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και τις θαλάσσιες οδούς που συνδέουν τη Μεσόγειο με την Ερυθρά Θάλασσα.
Η κρίση των Χούθι αλλάζει την εικόνα
Η σημαντικότερη εξέλιξη των τελευταίων ημερών δεν αφορά άμεσα το Αιγαίο.
Αφορά την Υεμένη.
Οι δυνάμεις των Χούθι, που υποστηρίζονται από το Ιράν, έχουν προωθηθεί προς την περιοχή του Bab el-Mandeb. Σύμφωνα με το Reuters, οι Χούθι έφτασαν στην περιοχή του Dhubab, απέναντι από το στρατηγικό νησί Perim, ενώ η εξέλιξη αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο μεγαλύτερου ελέγχου ή παρεμπόδισης μιας από τις σημαντικότερες θαλάσσιες διόδους του κόσμου.
Η σημασία του Bab el-Mandeb είναι τεράστια.
Από εκεί περνά η θαλάσσια σύνδεση της Ερυθράς Θάλασσας με τον Ινδικό Ωκεανό και, μέσω της Διώρυγας του Σουέζ, με τη Μεσόγειο και την Ευρώπη.
Όταν, επομένως, απειλείται το Bab el-Mandeb, δεν απειλείται μόνο η Σαουδική Αραβία.
Απειλείται μια ολόκληρη αλυσίδα:
Περσικός Κόλπος → Ερυθρά Θάλασσα → Σουέζ → Μεσόγειος → Ευρώπη.
Αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους η εξέλιξη αφορά άμεσα την Ελλάδα.
Η Αθήνα δεν χρειάζεται να βρίσκεται γεωγραφικά στην Υεμένη για να επηρεάζεται από μια κρίση στην Υεμένη.
Η Σαουδική Αραβία βρίσκεται μπροστά σε δύσκολες επιλογές
Το Ριάντ αντιμετωπίζει σήμερα ένα πρόβλημα που είναι ταυτόχρονα στρατιωτικό, ενεργειακό και γεωπολιτικό.
Από τη μία πλευρά, η Σαουδική Αραβία εξακολουθεί να θεωρεί τις Ηνωμένες Πολιτείες τον σημαντικότερο εξωτερικό παράγοντα ασφαλείας.
Από την άλλη, τα τελευταία γεγονότα δείχνουν τα όρια της αμερικανικής στρατιωτικής διαθεσιμότητας.
Οι ΗΠΑ έχουν υποστηρίξει τη Σαουδική Αραβία με πληροφορίες και υποστήριξη στο targeting, αλλά ο Donald Trump μέχρι στιγμής έχει αποφύγει την άμεση αμερικανική πολεμική επέμβαση εναντίον των Χούθι.
Αυτό δημιουργεί ένα πολύ απλό στρατηγικό ερώτημα για το Ριάντ:
Τι συμβαίνει όταν η χώρα που θεωρείς βασικό εγγυητή της ασφάλειάς σου δεν είναι διατεθειμένη να πολεμήσει κάθε πόλεμο για λογαριασμό σου;
Η απάντηση της Σαουδικής Αραβίας φαίνεται να είναι η διαφοροποίηση.
Και εδώ εμφανίζεται η Τουρκία.
Η συμφωνία της Μέκκας και ο νέος περιφερειακός παράγοντας
Στις 7 Αυγούστου 2026, Σαουδική Αραβία, Τουρκία και Πακιστάν υπέγραψαν τη Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας.
Η συμφωνία προβλέπει, σύμφωνα με διαθέσιμες αναλύσεις, ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα μέλη αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων και προβλέπει ευρύτερη εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας.
Πρέπει όμως να είμαστε προσεκτικοί.
Η συμφωνία δεν έχει ακόμη αποδείξει την πραγματική στρατιωτική της αξιοπιστία.
Και η τρέχουσα κρίση με τους Χούθι αποτελεί ίσως την πρώτη σοβαρή δοκιμασία της.
Το Πακιστάν δήλωσε στις 10 Σεπτεμβρίου ότι δεν είχε συζητηθεί στρατιωτική αντίδραση στο πλαίσιο της συμφωνίας για τις επιθέσεις των Χούθι στη Σαουδική Αραβία.
Λίγες ημέρες αργότερα, όμως, το Πακιστάν προειδοποίησε ότι η συνέχιση των επιθέσεων μπορεί να οδηγήσει στην ενεργοποίηση της συμφωνίας.
Η αντίφαση αυτή είναι εξαιρετικά σημαντική.
Δείχνει τη διαφορά ανάμεσα σε μια αμυντική συμφωνία στα χαρτιά και σε έναν πραγματικό μηχανισμό συλλογικής άμυνας.
Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν υπάρχει η συμφωνία.
Το ερώτημα είναι αν θα πολεμήσουν πραγματικά τα μέλη της όταν ένα από αυτά δεχθεί σοβαρή επίθεση.
Και πού βρίσκεται το Ισραήλ;
Εδώ χρειάζεται να αποφύγουμε μια εύκολη αλλά μη τεκμηριωμένη αφήγηση.
Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να πούμε ότι το Ισραήλ έθεσε επίσημα στη Σαουδική Αραβία το δίλημμα:
«Abraham Accords ή υπερασπιστείτε τον εαυτό σας μόνοι σας».
Αυτό δεν έχει αποδειχθεί.
Υπάρχει όμως μια πραγματική στρατηγική διάσταση.
Οι Abraham Accords δημιούργησαν ένα νέο επίπεδο σχέσεων μεταξύ Ισραήλ και ορισμένων αραβικών κρατών. Η συνεργασία δεν περιορίζεται πλέον στη διπλωματία, αλλά περιλαμβάνει και στοιχεία αμυντικής και τεχνολογικής συνεργασίας, μεταξύ άλλων στην αεράμυνα και στην αντιμετώπιση μη επανδρωμένων συστημάτων.
Η Σαουδική Αραβία μέχρι σήμερα δεν έχει ενταχθεί στους Abraham Accords.
Και εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα γεωπολιτικά διλήμματα του Ριάντ.
Η Σαουδική Αραβία μπορεί να συνεργάζεται με τις ΗΠΑ χωρίς να αναγνωρίσει το Ισραήλ.
Μπορεί επίσης να συνεργάζεται με την Τουρκία και το Πακιστάν χωρίς να εγκαταλείψει τις σχέσεις της με την Ουάσιγκτον.
Με άλλα λόγια, το Ριάντ δεν φαίνεται να θέλει να επιλέξει αποκλειστικά στρατόπεδο.
Θέλει επιλογές.
Η Τουρκία αποκτά μεγαλύτερο περιφερειακό βάρος
Για την Ελλάδα, αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη εξέλιξη.
Η Τουρκία δεν είναι πλέον μόνο ο γείτονας με τον οποίο η Ελλάδα έχει διαφορές στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Είναι ταυτόχρονα χώρα με αυξανόμενη στρατηγική παρουσία στον αραβικό κόσμο και πλέον συμβαλλόμενο μέρος μιας σημαντικής αμυντικής συμφωνίας με τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δημιουργείται κάποιος «αντιελληνικός άξονας».
Μια τέτοια περιγραφή θα ήταν υπερβολική.
Σημαίνει όμως ότι η Άγκυρα αποκτά πρόσθετα εργαλεία περιφερειακής επιρροής.
Και αυτό έχει σημασία για την Αθήνα.
Γιατί η Ελλάδα δεν μπορεί να εξετάζει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις αποκλειστικά μέσα από τον χάρτη του Αιγαίου.
Η Τουρκία εξελίσσεται σε περιφερειακή δύναμη με παρουσία από τον Καύκασο και τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι τη Μέση Ανατολή και τον Κόλπο.
Η ελληνική απάντηση δεν μπορεί να είναι η λογική της μόνιμης αντιπαράθεσης.
Πρέπει να είναι η ενίσχυση της δικής της στρατηγικής αξίας.
Και εδώ αποκτά σημασία η MEDUSA
Η MEDUSA 2026 είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Η φετινή πολυεθνική άσκηση πραγματοποιείται νότια της Κρήτης με συμμετοχή Ελλάδας, Αιγύπτου, Κύπρου, Γαλλίας και Ιταλίας. Περιλαμβάνει ναυτικές και αεροπορικές δραστηριότητες.
Δεν χρειάζεται να παρουσιαστεί ως «προετοιμασία πολέμου με την Τουρκία».
Αυτό θα ήταν υπερβολή.
Η πραγματική της σημασία είναι διαφορετική.
Δείχνει ότι η Ελλάδα συμμετέχει σε ένα πλέγμα στρατιωτικών σχέσεων που συνδέει:
Ευρώπη – Ελλάδα – Κύπρο – Αίγυπτο – Ανατολική Μεσόγειο.
Και η Κρήτη βρίσκεται ακριβώς πάνω σε αυτή τη γεωγραφική συνέχεια.
Η Ελλάδα διαθέτει κάτι που δεν αγοράζεται εύκολα:
γεωγραφία.
Η Κρήτη, οι θαλάσσιες οδοί της Ανατολικής Μεσογείου, οι υποδομές, η εγγύτητα προς τη Μέση Ανατολή και η θέση της χώρας ως μέλους της ΕΕ και του ΝΑΤΟ δημιουργούν ένα στρατηγικό πλεονέκτημα.
Αυτό είναι το πραγματικό ελληνικό «χαρτί».
Το Αιγαίο παραμένει ξεχωριστό μέτωπο
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα συνεχίζει να δηλώνει ότι διατηρεί το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών της υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια.
Η ελληνική θέση είναι ότι πρόκειται για δικαίωμα που απορρέει από το Δίκαιο της Θάλασσας. Η Αθήνα έχει ήδη επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ν.μ. στο Ιόνιο και έχει αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο περαιτέρω επέκτασης.
Το ζήτημα παραμένει εξαιρετικά ευαίσθητο λόγω της γνωστής τουρκικής θέσης.
Αλλά και εδώ χρειάζεται ψυχραιμία.
Η διατήρηση ισχυρής αποτροπής δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα επιδιώκει σύγκρουση.
Αντιθέτως, η αποτελεσματική αποτροπή έχει έναν βασικό στόχο:
να κάνει τη σύγκρουση λιγότερο πιθανή.
Αυτός είναι και ο λόγος που η Αθήνα εξακολουθεί να διατηρεί ανοικτούς τους διαύλους επικοινωνίας με την Άγκυρα, ακόμη και όταν οι διαφορές παραμένουν σοβαρές.
Από το Bab el-Mandeb στο Σουέζ και από εκεί στην Ελλάδα
Ίσως αυτό είναι το σημείο που συχνά υποτιμάται.
Η Ελλάδα είναι ναυτική χώρα.
Η οικονομία της, η εμπορική της ναυτιλία και η θέση της στη Μεσόγειο σημαίνουν ότι η ασφάλεια των διεθνών θαλάσσιων οδών δεν είναι αφηρημένο ζήτημα.
Εάν το Bab el-Mandeb καταστεί μακροχρόνια επικίνδυνο, τα πλοία μπορούν να αναγκαστούν να ακολουθούν πολύ μεγαλύτερες διαδρομές γύρω από την Αφρική.
Αυτό σημαίνει:
μεγαλύτερο κόστος μεταφοράς,
υψηλότερα ασφάλιστρα,
μεγαλύτερους χρόνους ταξιδιού,
πίεση στις ευρωπαϊκές εφοδιαστικές αλυσίδες,
μεγαλύτερη ενεργειακή αβεβαιότητα.
Και η κρίση δεν σταματά εκεί.
Το Hormuz παραμένει εξίσου κρίσιμο. Το Reuters σημειώνει ότι περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας ροής πετρελαίου περνούσε από το Στενό του Hormuz πριν από την τρέχουσα σύγκρουση.
Επομένως, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, δύο από τους σημαντικότερους ενεργειακούς θαλάσσιους διαδρόμους — Hormuz και Bab el-Mandeb — βρίσκονται ταυτόχρονα υπό σοβαρή πίεση.
Αυτό είναι πολύ μεγαλύτερο ζήτημα από μια ακόμη κρίση στη Μέση Ανατολή.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για την Ελλάδα;
Δεν σημαίνουν ότι η Ελλάδα «περικυκλώνει» την Τουρκία.
Δεν σημαίνουν ότι η Τουρκία έχει ενταχθεί σε κάποιο ενιαίο «αντιελληνικό στρατόπεδο».
Δεν σημαίνουν ότι επίκειται αναπόφευκτα ελληνοτουρκική σύγκρουση.
Σημαίνουν όμως ότι η Ανατολική Μεσόγειος αποκτά μεγαλύτερη στρατηγική αξία.
Και αυτό είναι προς όφελος της Ελλάδας μόνο εφόσον η Αθήνα καταφέρει να μετατρέψει τη γεωγραφία της σε πραγματική στρατηγική αξία.
Αυτό απαιτεί τέσσερα πράγματα.
Πρώτον, ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις.
Οι συμμαχίες δεν αντικαθιστούν την εθνική άμυνα.
Δεύτερον, πολυδιάστατες συμμαχίες.
Η Ελλάδα δεν έχει συμφέρον να εξαρτάται από μία μόνο δύναμη.
Η σχέση με τη Γαλλία, την Αίγυπτο, την Κύπρο, το Ισραήλ, την Ιταλία, τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να λειτουργεί συμπληρωματικά και όχι ανταγωνιστικά.
Τρίτον, σταθερότητα στις σχέσεις με την Τουρκία.
Η αποτροπή και ο διάλογος δεν είναι αντίθετες έννοιες.
Μπορούν και πρέπει να συνυπάρχουν.
Τέταρτον, αξιοποίηση της γεωγραφίας.
Η Ελλάδα πρέπει να γίνει ακόμη πιο χρήσιμος κόμβος για τη ναυτιλία, την ενέργεια, τις υποδομές, τις επικοινωνίες και την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Αυτό είναι πολύ πιο ισχυρό από οποιοδήποτε επικοινωνιακό σύνθημα.
Τρία πιθανά σενάρια
1. Ελεγχόμενη αποκλιμάκωση
Οι Χούθι περιορίζονται, η Σαουδική Αραβία αποφεύγει μια ευρύτερη πολεμική εμπλοκή και η συμφωνία της Μέκκας παραμένει περισσότερο εργαλείο αποτροπής παρά πολέμου.
Αυτό θα ήταν το καλύτερο σενάριο για την περιοχή.
2. Περιφερειακή αναδιάταξη
Η κρίση συνεχίζεται αλλά δεν εξελίσσεται σε γενικευμένο πόλεμο.
Η Σαουδική Αραβία ενισχύει ταυτόχρονα τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ, διατηρεί τη συνεργασία με Τουρκία και Πακιστάν και αφήνει ανοικτό το ζήτημα της σχέσης με το Ισραήλ.
Σε αυτή την περίπτωση θα έχουμε μια Μέση Ανατολή με περισσότερα και αλληλεπικαλυπτόμενα αμυντικά δίκτυα.
Αυτό είναι ίσως το πιο πιθανό μεσοπρόθεσμο σενάριο.
3. Γενικευμένη περιφερειακή κρίση
Εάν η πίεση σε Hormuz και Bab el-Mandeb συνεχιστεί, οι ενεργειακές ροές διαταραχθούν σοβαρά και η Σαουδική Αραβία δεχθεί μεγάλης κλίμακας επιθέσεις, τότε η συμφωνία της Μέκκας θα αντιμετωπίσει την πρώτη πραγματική δοκιμασία της.
Σε αυτή την περίπτωση η Τουρκία και το Πακιστάν θα κληθούν να αποδείξουν αν η συμφωνία τους είναι πραγματικός μηχανισμός συλλογικής άμυνας ή κυρίως εργαλείο στρατηγικής αποτροπής.
Και τότε η γεωγραφική σημασία της Ελλάδας θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο.
Το μεγάλο συμπέρασμα
Η μεγαλύτερη αλλαγή που βρίσκεται σε εξέλιξη δεν είναι η δημιουργία δύο απόλυτα διαχωρισμένων «στρατοπέδων».
Είναι κάτι πιο σύνθετο.
Η περιοχή περνά από ένα σύστημα όπου η αμερικανική ισχύς αποτελούσε τον βασικό πυλώνα ασφαλείας σε ένα πολυκεντρικό σύστημα, όπου περιφερειακές δυνάμεις δημιουργούν παράλληλα δίκτυα άμυνας και επιρροής.
Η Σαουδική Αραβία προσπαθεί να αποκτήσει περισσότερες επιλογές.
Η Τουρκία αυξάνει το περιφερειακό της αποτύπωμα.
Το Ισραήλ επιδιώκει να διατηρήσει και να διευρύνει ένα δίκτυο ασφαλείας με αραβικά κράτη.
Το Ιράν εξακολουθεί να χρησιμοποιεί συμμάχους και μη κρατικούς δρώντες για να αυξάνει το στρατηγικό του βάθος.
Οι ΗΠΑ προσπαθούν να διατηρήσουν την επιρροή τους χωρίς να αναλάβουν κάθε περιφερειακό πόλεμο.
Και η Ευρώπη ανακαλύπτει ξανά ότι η ενεργειακή και εμπορική της ασφάλεια εξαρτάται από περιοχές πολύ κοντά στην Ελλάδα.
Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, η Ελλάδα έχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα: τη γεωγραφία της.
Αλλά η γεωγραφία από μόνη της δεν αρκεί.
Η Αθήνα θα πρέπει να αποφύγει δύο εξίσου επικίνδυνες αυταπάτες:
την αυταπάτη ότι «οι σύμμαχοι θα πολεμήσουν για εμάς» και την αντίθετη αυταπάτη ότι «είμαστε μόνοι μας».
Η πραγματικότητα βρίσκεται κάπου στη μέση.
Η Ελλάδα χρειάζεται ισχυρή εθνική άμυνα, σοβαρή αποτροπή, σταθερές συμμαχίες, οικονομική ανθεκτικότητα και —κυρίως— στρατηγική ψυχραιμία.
Γιατί η Ανατολική Μεσόγειος δεν χρειάζεται άλλη μία χώρα που θα συμβάλλει στην ένταση.
Χρειάζεται χώρες που μπορούν να αντέξουν την ένταση χωρίς να παρασυρθούν σε έναν πόλεμο που κανείς δεν σχεδίαζε να ξεκινήσει.
Και αυτή ίσως είναι η σημαντικότερη αποστολή της Ελλάδας στη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα που διαμορφώνεται από την Κρήτη μέχρι το Bab el-Mandeb.
Μείνετε μπροστά στις εξελίξεις — κάντε Like στο Facebook
Από το newsroom
Γράφει o Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
-Posted by Anexartitos.Ta.Neα
Αν θέλετε να μαθαίνετε παράλληλα όσα σημαντικά διαδραματίζονται στα ελληνικά και ξένα media κάντε like στην σελίδα στο Facebook πατώντας εδώ.click here
Δημοσίευση σχολίου
.Τα σχόλια υπάρχουν για να συνεισφέρουν οι αναγνώστες στο διάλογο.
. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του.
. Αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές.
. Συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και greeklish αφαιρούνται όπου εντοπίζονται.
. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές και μόνον αυτούς.
. Η ταυτότητα των σχολιαστών είναι γνωστή μόνο στην Google.
. Όποιος θίγεται μπορεί να επικοινωνεί στο email μας.
. Περισσότερα στους όρους χρήσης.. Ευχαριστούμε για την κατανόησή σας.











Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου